<?xml version='1.0' encoding='UTF-8'?><?xml-stylesheet href="http://www.blogger.com/styles/atom.css" type="text/css"?><feed xmlns='http://www.w3.org/2005/Atom' xmlns:openSearch='http://a9.com/-/spec/opensearchrss/1.0/' xmlns:georss='http://www.georss.org/georss' xmlns:gd='http://schemas.google.com/g/2005' xmlns:thr='http://purl.org/syndication/thread/1.0'><id>tag:blogger.com,1999:blog-8808554615712483230</id><updated>2011-07-08T09:32:51.886-07:00</updated><title type='text'>Ελληνική νομολογία, ευρωπαϊκό και διεθνές δίκαιο σε σχέση με τα ανθρώπινα δικαιώματα στην</title><subtitle type='html'>Παρατηρητήριο για τα δικαιώματα στο χώρο της Ψυχικής Υγείας -(Εκούσια/ακούσια εισαγωγή, και άλλα).</subtitle><link rel='http://schemas.google.com/g/2005#feed' type='application/atom+xml' href='http://paratiritiriopsy-psy-n.blogspot.com/feeds/posts/default'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/8808554615712483230/posts/default?max-results=100'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://paratiritiriopsy-psy-n.blogspot.com/'/><link rel='hub' href='http://pubsubhubbub.appspot.com/'/><author><name>παρατηρητήριο</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><generator version='7.00' uri='http://www.blogger.com'>Blogger</generator><openSearch:totalResults>7</openSearch:totalResults><openSearch:startIndex>1</openSearch:startIndex><openSearch:itemsPerPage>100</openSearch:itemsPerPage><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-8808554615712483230.post-5629261341938288088</id><published>2010-06-10T17:12:00.000-07:00</published><updated>2010-06-10T17:15:33.997-07:00</updated><title type='text'>Περί ακούσιας νοσηλείας (Μάρτιος 2009)</title><content type='html'>Κάντε αριστερό κλικ &lt;a style="color: rgb(204, 0, 0);" href="http://docs.google.com/fileview?id=0BzBS9g0UnyxuMjgxZjU2M2MtN2Y3My00N2IzLTg2OTQtMTdlYTBmYTU1Y2Qz&amp;amp;hl=el"&gt;εδώ&lt;/a&gt; για να διαβάσετε το κείμενο ή &lt;a style="color: rgb(204, 0, 0);" href="http://docs.google.com/uc?export=download&amp;amp;id=0BzBS9g0UnyxuMjgxZjU2M2MtN2Y3My00N2IzLTg2OTQtMTdlYTBmYTU1Y2Qz"&gt;εδώ&lt;/a&gt; για να το "κατεβάσετε" σε μορφή pdf&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/8808554615712483230-5629261341938288088?l=paratiritiriopsy-psy-n.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://paratiritiriopsy-psy-n.blogspot.com/feeds/5629261341938288088/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=8808554615712483230&amp;postID=5629261341938288088' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/8808554615712483230/posts/default/5629261341938288088'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/8808554615712483230/posts/default/5629261341938288088'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://paratiritiriopsy-psy-n.blogspot.com/2010/06/2009.html' title='Περί ακούσιας νοσηλείας (Μάρτιος 2009)'/><author><name>παρατηρητήριο</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-8808554615712483230.post-2494747163163901423</id><published>2010-06-10T17:08:00.000-07:00</published><updated>2010-06-10T17:16:14.658-07:00</updated><title type='text'>Περί χαρακτηρισμού ως κρατουμένου (Δεκέμβριος1999)</title><content type='html'>Κάντε αριστερό κλικ&lt;a style="color: rgb(204, 0, 0);" href="http://docs.google.com/fileview?id=0BzBS9g0UnyxuNDRjNmM0NWMtZDM1MC00NGM5LTk4ODEtMDg3NTRlMGViNGE2&amp;amp;hl=el"&gt; εδώ&lt;/a&gt;  για να διαβάσετε το κείμενο ή &lt;a style="color: rgb(204, 0, 0);" href="http://docs.google.com/uc?export=download&amp;amp;id=0BzBS9g0UnyxuNDRjNmM0NWMtZDM1MC00NGM5LTk4ODEtMDg3NTRlMGViNGE2"&gt;εδώ&lt;/a&gt;  για να το "κατεβάσετε" σε μορφή pdf&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/8808554615712483230-2494747163163901423?l=paratiritiriopsy-psy-n.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://paratiritiriopsy-psy-n.blogspot.com/feeds/2494747163163901423/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=8808554615712483230&amp;postID=2494747163163901423' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/8808554615712483230/posts/default/2494747163163901423'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/8808554615712483230/posts/default/2494747163163901423'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://paratiritiriopsy-psy-n.blogspot.com/2010/06/1999.html' title='Περί χαρακτηρισμού ως κρατουμένου (Δεκέμβριος1999)'/><author><name>παρατηρητήριο</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-8808554615712483230.post-5316646482829938475</id><published>2009-03-15T04:03:00.000-07:00</published><updated>2009-03-15T04:36:56.363-07:00</updated><title type='text'>Δικαιώματα του νοσοκομειακού ασθενούς  (άρθρο 47 του Ν.2071 / 1992)</title><content type='html'>1. Ο ασθενής έχει το δικαίωμα προσεγγίσεως στις υπηρεσίες του νοσοκομείου, τις πλέον κατάλληλες για τη φύση της ασθένειας του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;2. Ο ασθενής έχει το δικαίωμα της παροχής φροντίδας σ΄ αυτόν με τον οφειλόμενο σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια του. Αυτή η φροντίδα περιλαμβάνει όχι μόνο την εν γένει άσκηση της ιατρικής και της νοσηλευτικής, αλλά και τις παραϊατρικές υπηρεσίες, την κατάλληλη διαμονή, την κατάλληλη μεταχείριση και την αποτελεσματική διοικητική και τεχνική εξυπηρέτηση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;3. Ο ασθενής έχει το δικαίωμα να συγκατατεθεί ή να αρνηθεί κάθε διαγνωστική ή θεραπευτική πράξη που πρόκειται να διενεργηθεί σε αυτόν. Σε περίπτωση ασθενούς με μερική ή πλήρη διανοητική ανικανότητα, η άσκηση αυτού του δικαιώματος γίνεται από το πρόσωπο που κατά νόμο ενεργεί για λογαριασμό του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;4. Ο ασθενής δικαιούται να ζητήσει να πληροφορηθεί ό,τι αφορά στην κατάστασή του. Το συμφέρον του ασθενούς είναι καθοριστικό και εξαρτάται από την πληρότητα και την ακρίβεια των πληροφοριών που του δίνονται. Η πληροφόρηση του ασθενούς πρέπει να του επιτρέψει να σχηματίσει πλήρη εικόνα των ιατρικών, κοινωνικών και οικονομικών παραμέτρων της καταστάσεως του και να λαμβάνει αποφάσεις ο ίδιος ή να μετέχει στη λήψη αποφάσεων, που είναι δυνατόν να προδικάσουν τη μετέπειτα ζωή του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;5. Ο ασθενής ή ο εκπρόσωπός του σε περίπτωση εφαρμογής της παρ. 3, έχει το Δικαίωμα να πληροφορηθεί, πλήρως και εκ των προτέρων, για τους κινδύνους που ενδέχεται να παρουσιασθούν ή να προκύψουν εξ αφορμής εφαρμογής σε αυτόν ασυνήθων ή πειραματικών διαγνωστικών και θεραπευτικών πράξεων. Η εφαρμογή των πράξεων αυτών στον ασθενή λαμβάνει χώρα μόνο ύστερα από συγκεκριμένη συγκατάθεση του ίδιου. Η συγκατάθεση αυτή μπορεί να ανακληθεί από τον ασθενή ανά πάσα στιγμή. Ο ασθενής πρέπει να αισθάνεται τελείως ελεύθερος στην απόφαση του, να δεχθεί ή να απορρίψει, κάθε συνεργασία του με σκοπό την έρευνα ή την εκπαίδευσή. Η συγκατάθεσή του για τυχόν συμμετοχή του, είναι δικαίωμά του και μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;6. Ο ασθενής έχει το δικαίωμα στο μέτρο και στις πραγματικές συνθήκες που είναι δυνατόν, προστασίας της ιδιωτικής του ζωής. Ο απόρρητος χαρακτήρας των πληροφοριών και του περιεχομένου των εγγράφων που τον αφορούν, του φακέλου των ιατρικών σημειώσεων και ευρημάτων, πρέπει να είναι εγγυημένος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;7. Ο ασθενής έχει το δικαίωμα του σεβασμού και της αναγνωρίσεως σε αυτόν των θρησκευτικών και ιδεολογικών του πεποιθήσεων.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;8. Ο ασθενής έχει το δικαίωμα να παρουσιάσει ή να καταθέσει αρμοδίως διαμαρτυρίες και ενστάσεις και να λάβει πλήρη γνώση των επ' αυτών ενεργειών και αποτελεσμάτων.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/8808554615712483230-5316646482829938475?l=paratiritiriopsy-psy-n.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://paratiritiriopsy-psy-n.blogspot.com/feeds/5316646482829938475/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=8808554615712483230&amp;postID=5316646482829938475' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/8808554615712483230/posts/default/5316646482829938475'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/8808554615712483230/posts/default/5316646482829938475'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://paratiritiriopsy-psy-n.blogspot.com/2009/03/47-2071-1992.html' title='Δικαιώματα του νοσοκομειακού ασθενούς &lt;br&gt; (άρθρο 47 του Ν.2071 / 1992)'/><author><name>παρατηρητήριο</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-8808554615712483230.post-9147941643558852552</id><published>2008-05-04T17:50:00.000-07:00</published><updated>2008-05-04T17:52:55.510-07:00</updated><title type='text'>Νομικά θέματα</title><content type='html'>ΓνωμΕισΑΠ 12/2006, Ποινική Δικαιοσύνη 2006, σελ. 1403       θέμα: Ακούσια νοσηλεία.    Όπως είναι γνωστό η ακούσια νοσηλεία λόγω ασθενείας (ψυχική διαταραχή)     ρυθμίζεται ειδικά από τον Ν 2071/1992 (95 επ.) και άρθρο 16 Ν 2716/1999     (πρβλ. και τη γενική διάταξη του άρθρου 1687 ΑΚ), που αντικατέστησε το ΝΔ     104/1973M και την Γ2β/3036 της 20.11/31.12.1973 απόφαση Υπουργού Κοινωνικών     Υπηρεσιών και φαίνεται εναρμονισμένο με την R (83) 2/22.2.1983 σύσταση της     Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης και τις διεθνείς συμβάσεις.    Κατά το άρθρο 95 παρ. 1 του Ν 2071/1992: "ακούσια νοσηλεία είναι η χωρίς τη     συγκατάθεση του ασθενή (που πάσχει από ψυχική διαταραχή, άρθρο 95 παρ. 2     ίδιου νόμου) εισαγωγή και παραμονή του για θεραπεία, σε κατάλληλη Μονάδα     Ψυχικής Υγείας (βλ. και Δεληγιάννη, Η δικαστική συμπαράσταση, 1997, σελ. 104-    5).    Πρόκειται επομένως για μια ante delictum στέρηση της προσωπικής ελευθερίας     και ιατρική επέμβαση χωρίς την συναίνεση του ατόμου (και στις δύο     περιπτώσεις). Μόλις χρειάζεται να σημειωθεί ότι η άνω ενέργεια προσβάλλει     πλείονα αγαθά του ατόμου, όπως προσωπική ελευθερία (= φυσική ελευθερία),     προσωπικότητα και αξιοπρέπεια (αξία) κ.λπ. (βλ. σχετικά μόνο Μανιτάκη, ΤοΣ     1998, 37 επ.), παριστά δε άσκηση κρατικής εξουσίας (άρθρα 2 παρ. 1, 5, 6 Σ).     Επομένως είναι μέτρον εξαιρετικό και προϋποθέτει όντως ασθένεια και λαμβάνει     χώρα χάριν του θεραπευτικού αποτελέσματος αυτής. Έτσι και η ανάγκη συνέχισης     της θεραπείας αποτελεί conditio sine qua non για την συνέχιση του     εγκλεισμού. Έτσι προστατεύεται και, κυρίως, ο ίδιος ο πάσχων (μέτρο     πρόνοιας), αλλά και οι τρίτοι (για το τελευταίο πρβλ. άρθρο 95 παρ. 2 περ. II     Ν 2071/1992). Επομένως σε περίπτωση αμφιβολίας επικρατεί η υπέρ της     ελευθερίας επιλογή. Λογικό είναι, συνεπώς, ο νόμος που προβλέπει τη     διαδικασία της ακούσιας νοσηλείας να καθιερώνει εγγυήσεις και δη δικαστικές     (παρέμβαση δικαστού/εισαγγελέα) με θέσπιση και συντόμων προθεσμιών για την     ολοκλήρωση αυτής. Τούτο, άλλωστε, επιβάλλεται και από το άρθρο 5 παρ. 4 ΕΣΔΑ,     κατά το οποίο "παν πρόσωπον στερούμενον της ελευθερίας του συνεπεία συλλήψεως     ή κρατήσεως έχει δικαίωμα προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου, ίνα τούτο     αποφασίσει, εντός Bpaxaas προθεσμίας επί του νομίμου της κρατήσεως του...".    Έτσι την ακούσια νοσηλεία τη διατάσσει μόνο το δικαστήριο (πρβλ. και άρθρο     1687 ΑΚ), απλά ο Εισαγγελέας προπαρασκευάζει και εισάγει την αίτηση αυτή στο     δικαστήριο και δη "διατάσσει τη μεταφορά του ασθενή (ή φερόμενου ως ασθενή)     σε κατάλληλη μονάδα ψυχικής υγείας ή δημόσια ψυχιατρική κλινική" και "σε     τρεις ημέρες από τότε που διέταξε τη μεταφορά ... ο ίδιος με αίτηση του ζητεί     να επιληφθεί το πολυμελές (ήδη μονομελές άρθρο 740 παρ. 3 ΚΠολΔ) Πρωτοδικείο     στο οποίο υπηρετεί, που συνεδριάζει μέσα σε 10 ημέρες..." - άρθρο 96 παρ. 4,     6 Ν 2071/1992. Η άνω παρέμβαση του Εισαγγελέα, η οποία δικαιολογείται μεν εκ     της ιδιότητας του ως δικαστικού λειτουργού (87 επ. Σ) και είναι αναγκαία ως     εκ της φύσεως του πράγματος στο προηγούμενο στάδιο της ακούσιας νοσηλείας,     αποτελεί όμως και αυτή μορφή βίαιης επέμβασης στην ελευθερία του ατόμου με     τις εντεύθεν συνέπειες. Γι αυτό και τίθεται -ως αντιστάθμισμα-υπό την έγκριση     του δικαστηρίου και δη σε τακτή προθεσμία προς άμεση εκκαθάριση της     κατάστασης.    Εξάλλου, κατά την παρ. 8 του ίδιου άρθρου 96 Ν 2071/1992 "Αν ο ασθενής τον     οποίο αφορά έχει προσαχθεί με διαταγή του Εισαγγελέα... στην περίπτωση που η     αίτηση αναγκαστικής νοσηλείας γίνεται δεκτή, συνεχίζεται η παραμονή εκεί...",    πράγμα δηλ. που προϋποθέτει ήδη εκεί παραμονή. Συνεπώς, προκύπτει ότι, μέχρις     εκδόσεως της απόφασης του δικαστηρίου, το άτομο κρατείται νόμιμα.    Η άποψη, όμως, αυτή προϋποθέτει τήρηση των άνω προθεσμιών (πρβλ. Κοσμάτο, Η     ακούσια νοσηλεία... σελ. 51, 53, 67, ιδίως σελ. 71), διότι άλλως το άτομο     μένει απροστάτευτο. Μάλιστα δε στην περίπτωση αυτή, όταν το δικαστήριο     απορρίψει την αίτηση γιατί δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αναγκαστικής     νοσηλείας και δη η ύπαρξη ψυχικής διαταραχής, τότε η προσβολή του ατόμου     είναι αθεράπευτη. Δεν πρόκειται εδώ για προσωρινό εγκλεισμό αναγκαστικής     νοσηλείας (τούτο μόνο το δικαστήριο μπορεί να πράξει, άρθρο 781 ΚΠολΔ, αλλά     για μεταφορά του ασθενή προς της δικαστικής απόφασης προς επιβεβαίωση της     ύπαρξης των ουσιαστικών προϋποθέσεων για δικαστική απόφαση και την άδεια     (έγκριση) για την αφαίρεση της προσωπικής ελευθερίας του ασθενούς. Τήρηση     βραχείας προθεσμίας απαιτεί και το άρθρο 5 παρ. 4 ΕΣΔΑ, όπως ελέχθη, η οποία     εκτιμάται υπό το φως των περιστάσεων κάθε υπόθεσης, χωρίς όμως να μπορεί να     ξεπεράσει ορισμένα όρια τα οποία θα έπλητταν την ίδια την ουσία του     δικαιώματος που προστατεύεται (βλ. αποφάσεις ΕυρΔ σε Σαρμά, Κράτος και     δικαιοσύνη Ι (2003) σελ. 455, Ρουκουνα, Διεθνής προστασία των ανθρωπίνων     δικαιωμάτων, 1995, σελ. 152).Έτσι υποστηρίζεται ότι το δικαστήριο οφείλε;     (βλ. ΔασκαρόΑη, Παραδόσεις οικογενειακού δικαίου - II, 2001, σελ. 769, πρβλ.     ΠαρασκευόπουήΌ, Ο αναγκαστικός εγκλεισμός του ψυχικά ασθενή σε ψυχιατρείο,     1997, σελ. 31) να εκδώσει την απόφαση του μέσα στις άνω ημέρες ή,     τουλάχιστον, να συζηιήσει την υπόθεση εντός της άνω δεκα-ήμερης προθεσμίας.     Το τελευταίο αυτό ακριβώς αναγράφει ρητά ο νόμος (96 παρ. 6 Ν 2071 /1992).     Εάν ο νόμος ήθελε να εκδίδεται και η απόφαση εντός των άνω δέκα ημερών θα το     ανέγραφε ρητά.Έτσι, λοιπόν πρέπει, και αρκεί η αίτηση του Εισαγγελέα, να     συζηιηθεί εντός των άνω δέκα ημερών. Για το χρόνο έκδοσης της απόφασης θα     ισχύσουν οι γενικές διατάξεις της εκούσιας δικαιοδοσίας (η οποία και     εφαρμόζεται εδώ κατά ρητή διάταξη του άρθρου 740 παρ. 3 ΚΠολΔ) και δη το     άρθρο 756 ΚΠολΔ κατά το οποίο "οι αποφάσεις δημοσιεύονται σε δημόσια     συνεδρίαση προφορικά και αμέσως μετά τη συζήτηση της υποθέσεως, και, αν αυτό     δεν είναι δυνατό, τo συντομότερο".    Σε περίπτωση που δεν τηρηθεί η παραπάνω δεκαήμερη προθεσμία, η περαιτέρω     παραμονή του φερόμενου ως ασθενή στη μονάδα ψυχικής υγείας δεν νομιμοποιείται     από την εισαγγελική παραγγελία της μεταφοράς, έστω και αν είναι σαφές ότι το     πρόσωπο πάσχει. Όπως η περαιτέρω παραμονή στη φυλακή μετά την έκτιση της     ποινής ή την πάροδο του χρονικού ορίου που ορίζει το Σύνταγμα για την     προσωρινή κράτηση δεν νομιμοποιείται, έστω και αν είναι βέβαιο ότι ο     κρατούμενος μετά την έξοδο από την φυλακή θα τελέσει νέο έγκλημα ή θα     καταδικαστεί για το έγκλημα που αφορά η προσωρινή κράτηση. Η περαιτέρω     ακούσια παραμονή του φερόμενου ασθενή δεν μπορεί να δικαιολογηθεί διότι     αντιστρατεύεται και στον σκοπό, στο ζητούμενο της μεταφοράς στη μονάδα     ψυχικής υγείας, που είναι η ουσιαστική εξέταση -έρευνα της ύπαρξης ή όχι     ψυχικής διαταραχής, ενώ εδώ θεωρείται αυτή δεδομένη και έτσι μετατρέπεται σε     ακούσια νοσηλεία την οποία μόνο το δικαστήριο διατάσσει και το οποίο δεν έχει     ακόμα αποφανθεί, χωρίς να μπορεί μάλιστα κάποιος να προδικάσει την απόφαση     του.    Την ευθύνη της τήρησης της προθεσμίας φέρει ο εκάστοτε αρμόδιος για τον     προσδιορισμό, ο οποίος υπέχει και σχεΐΐκή πειθαρχική ευθύνη για μη τήρηση     ρητής διάταξης νόμου.    Εάν όμως από λόγους ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος δεν καθίσταται     δυνατή η τήρηση αυτής, τότε ο εισαγγελέας οφείλει να προκαλέσει έκδοση     προσωρινής διαταγής (άρθρο 781 ΚΠολΔ) που αποτελεί δικαστική απόφαση, έστω     περιληπτική τοιαύτη (πρβλ. ΑΠ Ολ 1154/1990 ΕλΔ 1991, 239). Να σημειωθεί εδώ     ότι η μη τήρηση της προθεσμίας των δέκα ημερών δεν φαίνεται να συνεπάγεται     ακυρότητα στη σχετική διαδικασία και συνεπώς η τυχόν απόλυση του φερόμενου     ασθενή δεν εμποδίζει την έκδοση της απόφασης υπέρ της ακούσιας νοσηλείας, η     οποία και θα εκτελεστεί από τον Εισαγγελέα (άρθρο 96 παρ. 4 εδ. α` Ν     2071/1992).    Επομένως, εάν τηρηθεί η άνω προθεσμία και δη γίνει η συζήτηση της αιτήσεως     του Εισαγγελέα μέσα σ` αυτή, δεν απολύεται ο μεταφερθείς και εμφανιζόμενος ως     ασθενής προ της εκδόσεως της σχετικής αποφάσεως, η οποία όμως πρέπει να     εκδοθεί "το συντομότερο" - "εντός βραχείας προθεσμίας" από της παρόδου της     συζητήσεως της υποθέσεως. Προς τούτο ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών, που διέταξε τη     μεταφορά, οφείλει να ενημερώνει τον διευθυντή της οικείας επιστημονικής     μονάδας περί της τηρήσεως ή μη της άνω προθεσμίας, αλλά και ο τελευταίος     οφείλει να ζητεί τις αντίστοιχες πληροφορίες, για την συντονισμένη τήρηση της     νομιμότητας σε σχέση με την περαιτέρω μεταχείριση του μεταφερθέντος ατόμου.    Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Αθανάσιος Κονταξής      ΓνωμΕισΠρωτΠατρ 2/2006, Ποινική Δικαιοσύνη 2007, sel. 436.,       με Παρατηρήσεις Μ.Καϊάφα-Γκπάντι     Προς κ...., Λέκτορα Ψυχιατρικής Κλινικής του Π.Γ.Ν....    Με έγγραφο σας, θέτετε υπόψη μας, ότι δυνάμει της με αριθμ. 96/2006 Διάταξης     του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Πατρών, που εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις των     άρθρων 95 επ. του Ν 2071/1992, νοσηλεύεται στην Ψυχιατρική Κλινική του     Π.Γ.Ν.Π., η ..., η οποία ενόψει της συμπλήρωσης δέκα ημερών νοσηλείας, χωρίς     ακόμη να έχει συζητηθεί ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών η συνέχιση     ή μη της νοσηλείας της, ζητά να της χορηγηθεί εξιτήριο. Ερωτάται δε, εάν θα     πρέπει ενόψει των ανωτέρω, να διακοπεί η νοσηλεία της. Επί του ανωτέρω     ερωτήματος σας πρέπει να σημειωθούν τα εξής:    Α. Εκ των αναγκαίων όρων - προϋποθέσεων για την ενεργοποίηση των διατάξεων     του Ν 2071/1992 για τη θέση ασθενούς υπό καθεστώς ακούσιας, χωρίς δηλαδή την     βούληση του ίδιου νοσηλείας, είναι καταρχήν η διάγγωση-διαπίστωση     αντικειμενικής αδυναμίας να κρίνει για το συμφέρον της υγείας του (άρθρο 95     παρ. 2 Ιβ` Ν 2071/1992). Ήδη με την από 8.6.2006 ψυχιατρική γνωμάτευση δύο     ψυχιάτρων της Ψυχιατρικής Κλινικής του Π.Γ.Ν.Π. κρίθηκε ότι η νοσηλευόμενη     δεν είναι ικανή να κρίνει για το συμφέρον της υγείας της (βλ. την από     8.6.2006 Ψυχιατρική Γνωμάτευση υπό Ι. Β). Μόνη η διαπίστωση τούτη, αφαιρεί εκ     των πραγμάτων από την νοσηλευόμενη τη δυνατότητα να εκφράσει βούληση για τη     διαχείριση της θεραπείας και των αναγκαίων προς αυτήν μέσων, αφού προκρίνεται     ότι προέχει η εξασφάλιση της αποτροπής πράξεων βίας κατά της ίδιας ή και     τρίτων, που οφείλονται σε διαγνωσθείσα ψυχική διαταραχή, προϋπόθεση η οποία     έχει ομοίως καταφαθεί (βλ. την ανωτέρω γνωμάτευση υπό II). Συνεπώς, εφόσον     κατά τον παρόντα χρόνο δεν διαπιστώνεται-διαγιγνώσκεται άρση ή διαφοροποίηση     των προπεριγραφομένων προϋποθέσεων και η ασθενής εξακολουθεί να κρίνεται ότι     χρήζει περαιτέρω νοσηλείας, η εκφορά της βούλησης της για την διακοπή της     νοσηλείας της δεν έχει καμία πραγματική ή νομική ενέργεια (πολλώ δε μάλλον     όταν επίσης έχει διαγνωσθεί ότι η διακοπή της νοσηλείας της θα ματαιώσει κάθε     ενδεχόμενο θεραπείας βλ. γνωμάτευση υπό Ιγ`)    Β. Αναφορικά δε με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 96 του Ν     2071/1992 πρέπει να υπογραμμισθεί ότι η τήρηση τους αποβλέπει αναντίρρητα     στην εξασφάλιση των δικαιωμάτων του ασθενούς και την προάσπιση τους από     ενδεχομένως αυθαίρετες ή εσφαλμένες κρίσεις ή πράξεις. Μία από τις     προϋποθέσεις αυτές είναι και η εκφορά κρίσης του δικαστηρίου, στο οποίο     πρέπει να άγεται από τον εισαγνελέα εντός δέκα ημερών (από τη μεταφορά και     νοσηλεία του ασθενή σε κατάλληλη μονάδα ψυχικής υγείας) η διάγνωση και η     κατάφαση (ή μη) των προϋποθέσεων της ακούσιας νοσηλείας. Ωστόσο, παρά την     κατ` αρχήν υποχρέωση του εισαγγελέως να μεριμνήσει για την τήρηση των     διαδικαστικών προϋποθέσεων (βλ. ΠαραγγΕισΑΠ 1421/2004 ΠοινΔικ 2004,1386), ο     προσδιορισμός και η συζήτηση της αίτησης για την ακούσια νοσηλεία του     ασθενούς γίνεται από το δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο (βλ. άρθρο 15     παρ. 6 στοιχ. β` και γ` του Ν 1756/1988 Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων &amp;amp;     Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών) (βλ. την με αριθμ. 2480/2006 έκθεση     κατάθεσης). Η δε σχετική ενέργεια δεν έχει δικαιοδοτικό αλλά διοικητικό     χαρακτήρα, στην οποία ουδόλως προβλέπεται οποιουδήποτε είδους παρέμβαση του     εισαγγελέως πρωτοδικών. Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι ο προσδιορισμός της     δικασίμου και η συζήτηση της υπόθεσης σε χρόνο που βαίνει πέραν των     καθοριζόμενων στο νόμο δέκα ημερών από τη μεταφορά του ασθενούς στην μονάδα     ψυχικής υγείας, παρόλο που φαίνεται κατ` αρχήν να παρουσιάζει έλλειμμα     νομιμότητας ως προς την απαρέγκλιτη τήρηση του διαδικαστικού τύπου, ωστόσο     δεν αναιρεί την ανάγκη εξακολούθησης της νοσηλείας, τουλάχιστον μέχρι και τη     συζήτηση της αίτησης, ιδίως μάλιστα όταν έχει ήδη διαγγωσθεί ότι η νοσηλεία     του ασθενούς είναι ιατρικά επιβεβλημένη, ενώ απομένει μόνο η δικαστική     επικύρωση της ιατρικής διαπίστωσης.    Δεν πρέπει να παραγγωρίζεται ότι η διαδικασία που τίθεται από τον ίδιο το     νόμο, αποβλέπει κατ` αρχήν στην μέριμνα για τον ασθενή και στην διαφύλαξη της     ψυχικής κυρίως υγείας του. Η προσήλωση συνεπώς στην τήρηση της τυπικής     διαδικαστικής νομιμότητας, κατά το μέτρο βεβαίως που δεν άγεται στην πλήρη     κατάργηση της, παραγνωρίζει την ουσιαστική ανάγκη νοσηλείας του ασθενούς και     ουσιαστικά αντιστρατεύεται την προστατευτική εμβέλεια του νόμου, ανάγοντας     ένα τυπικό κριτήριο σε κυρίαρχο μέτρο.    Κατόπιν τούτων, έχουμε τη γνώμη ότι, εφόσον η νοσηλευόμενη ασθενής     εξακολουθεί απαραιτήτως να χρήζει νοσηλείας, θα πρέπει αυτή να παραμείνει     νοσηλευόμενη, τουλάχιστον μέχρι την εκφορά κρίσης του Δικαστηρίου επί της     υποβληθείσας αίτησης.    Ο Αντεισαγνελέας Πρωτοδικών Πατρών, Απόστολος Τζαμαλής         MON. ΠΡΩΤ. ΛΑΡΙΣΑΣ 613/2003, ΑρχΝ 2006, σελ. 488, με Σημείωση Χρήστου Δ. Νικολαϊδη, σελ. 489.    Δικαστής: Σπυρ. Μελάς, Πρωτοδίκης    Με τις διατάξεις του άρθρου 95 παρ. 1 εδ. α και 2 του ν. 2071/1992 "περί     εκσυγχρονισμού και οργάνωσης του συστήμστος υγείας" ορίζεται ότι προϋπόθεση     για την ακούσια νοσηλεία είναι ο ασθενής να πάσχει από ψυχική διαταραχή, να     μην είναι ικανός να κρίνει για το συμφέρον της υγείας του και η έλλειψη     νοσηλείας να έχει ως συνέπεια είτε να αποκλεισθεί η θεραπεία του είτε να     επιδεινωθεί η κατάσταση της υγείας του ή η νοσηλεία του ασθενούς αυτού να     είναι απαραίτητη για να αποτραπούν πράξεις βίας κστά του ιδίου ή τρίτου. Εξ     άλλου με τη διάταξη του άρθρου 96 παρ.1 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι την     ακούσια νοσηλεία του φερομένου στην αίτηση ως ασθενή μπορούν να ζητήσουν οι     αναφερόμενοι σ` αυτό συγγενείς του, ενώ αν δεν υπάρχει κανένα από τα πρόσωπα     αυτά και μόνο σε επείγουσα περίπτωση μπορεί να ζητήσει αυτεπάγγελτα και ο     εισαγγελέας Πρωτοδικών του τόπου κατοικίας ή διαμονής του ασθενή.    Στην πρώτη περίπτωση η αίτηση για την ακούσια νοσηλεία απευθύνεται στον     εισαγγελεα Πρωτοδικών του τόπου κατοικίας ή διαμονής του ασθενούς (αρθρ. 96     παρ. 2 εδ. α) η οποία και πρέπει να συνοδεύεται από αιτιολογημένες γραπτές     γνωματεύσεις δύο ψυχιάτρων (αρθρ. 96 παρ. 2 εδ. β). Κατά την παρ. 4 του ιδίου     άρθρου ο εισαγγελεας, αφού διαπιστώσει τη συνδρομή των τυπικών προϋποθέσεων     και εφόσον και οι δυο ιατρικές γνωματεύσεις συμφωνούν για την ανάγκη ακούσιας     νοσηλείας διατάσσει τη μεταφορά του ασθενή σε κατάλληλη μονάδα ψυχικής υγείας     που υπάρχει στον "Τομέα" ψυχικής υγείας της κστοικίας του ασθενή, εκτός αν     ειδικές συνθήκες επιβάλλουν την νοσηλεία του αλλού. Εάν οι γνωματεύσεις των     δύο ιατρών διαφέρουν μεταξύ τους, ο εισαγγελεας μπορεί να διατάξει τη     μεταφορά του φερόμενου ως ασθενή, εισάγει την αίτηση στο Μονομελές     Πρωτοδικείο κατά τη διαδικασία της παρ. 6 του άρθρου αυτού. Ο ασθενής πρέπει     να ενημερώνεται αμέσως μόλις γίνει η μεταφορά του στην μονάδα ψυχικής υγείας,     από το Διευθυστή ή άλλο πρόσωπο στο οποίο έχει ανστεθείτο καθήκον αυτό για τα     δικαιώμστά του και ειδικότερα το δικαίωμα να ασκήσει ένδικο μέσο, ενημέρωση     για την οποία συντάσσεται πρακτικό που υπογράφεται εκτός από τον υποχρεωμένο     να το συντάξει και από τον συνοδό του ασθενή. Το Δικαστήριο που δικάζει την     αίτηση με την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, αν κρίνει ότι οι     γνωμστεύσεις των δύο ψυχιάτρων διαφέρουν ή δεν είναι πειστικές ή ο     επιστημονικός Διευθυστής του νοσοκομείου στο οποίο έχει εισαχθεί διατυπώνει     αντίθετη προς τις γνωμστεύσεις γνώμη, διστάζει την εξέταση του ασθενή και από     άλλο ψυχίστρο, εγγεγραμμένο στους κσταλόγους των ιατρικών συλλόγων της χώρας     κστά προτίμηση επίκουρο τουλάχιστον καθηγητή ή επιστημονικό διευθυντή     δημόσιας Μονάδας Ψυχικής Υγείας ή το νόμιμο ανααληρωτή του.    Εξ άλλου σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 740 ΚΠολΔικ, όπως αυτό     τροποποιήθηκε με το άρθρο 39 Ν. 2447/3-12-1996, στην αρμοδιότητα των     μονομελών Πρωτοδικείων υπάγεται και η θέση προσώπου σε ακούσια νοσηλεία     σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, δηλ. αρμόδιο δικαστήριο σε     κάθε περίπτωση είναι το Μονομελες Πρωτοδικείο του τόπου της κατοικίας ή     διαμονής του ασθενούς το οποίο μόνο μετά από αίτηση του αρμοδίου, κστά τα     παραπάνω, εισαγγελέα επιλαμβάνεται της υποθέσεως και δικάζει κστά την     διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (αρθρ. 96 παρ. 7 Ν. 2071/1994, 741 επ.     Κ.Πολ.Δικ.).    Με την κρινόμενη αίτησή της η αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης     αντεισαγγελλέας Πρωτοδικών ζητεί να διαταχθεί η ακούσια νοσηλεία του Ν.Τ. του     Ι. στην ιδιωτική ψυχιατρική κλινική του Θωμά για το λόγο ότι πάσχει από     ψυχωσική συνδρομή παρανοϊκού τύπου σε υποτροπή και δεν είναι ικανός να     αντιληφθεί το συμφέρον της υγείας του με αποτέλεσμα αν δεν νοσηλευθεί να     αποκλεισθεί η θεραπεία του είτε να επιδεινωθεί η κατάσταση της υγείας του. Η     αίτηση παραδεκτά και νόμιμα εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου     αυτού σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και είναι νόμιμη. Συνεπώς πρέπει να     ερευνηθεί περαιτέρω κατ` ουσίαν.    Ο φερόμενος ως ασθενής, 32 ετών, προσήλθε στο Δικαστήριο και με αξιοπρόσεκτο     λόγο εξέθεσε τις απόψεις του που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα     πρακτικά. Ειδικότερα ισχύρίσθηκε ότι η όλη υπόθεση αφορά σύγκρουση και αφωνία     με τον πατέρα του για οικονομικά ζητήματα από έργο που τέλεσαν από κοινού και     στην επιθυμία του να αυτονομηθεί αποχωρώντας από την πατρική οικία, επιθυμία     στην οποία ο πατέρας του δημιουργεί εμπόδια. Επειδή η γνωμάτευση των δύο     ψυχιάτρων του Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας δεν κρίνεται από το Δικαστήριο     πειστική αφού δεν διαλαμβάνει ειδική περιγραφή της κατάστάσης των γνωστικών     και συναισθηματικών λειτουργιών του φερομένου ως ασθενή, δεν αναφέρει ειδικά     και συγκεκριμένα περιστατικά από τα ο ποία προκύπτει διαταραχή της     συμπεριφοράς του, δεν αιτιολογεί γιατί η ακούσια νοσηλεία του είναι ο     μοναδικός τρόπος θεραπείας του και δεν υποδεικνύει ποια είναι η κατάλληλη     Μονάδα Ψυχικής Υγείας όπως απαιτεί ο νόμος, το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει     να διατάξει την εξέταση του φερόμενου ως ασθενή από τον αναφερόμενο στο     Διατακτικό Ψυχίατρο. Σημειώνεται ότι το παρόν Δικαστήριο επειδή ο νόμος δεν     παραπέμπει στις περί πραγματογνωμοσύνης διατάξεις, ήδη γνωστές κατά την     ψήφισή του, αλλά κάνει λόγο μόνο για εξέταση από τρίτο ψυχίατρο, ενώ     ταυτόχρονα δεν υποβάλλει στον τύπο της πραγματογνωμοσύνης τις αρχικές     γνωματεύσεις των δύο ψυχιάτρων, κρίνει ότι δεν εφαρμόζονται εν προκειμένω    οι περί πραγματογνωμοσύνης διατάξεις αλλά η διαδικασία πρέπει να διααλασθεί     επί το ελαστικότερον ώστε να αποφευχθούν οι χρονικές καθυστερήσεις που     μοιραία συνοδεύουν τις πραγματογνωμοσύνες και οι οποίες αν τηρηθούν     φαλκιδεύουν στην ουσία το δικαίωμα δικαστικής προστασίας του φερόμενου ως     ασθενή.     Πρέπει επομένως να αναβληθεί η έκδοση οριστικής απόφασης.    Απόφαση της 19.6.2003 Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, Ποινική Δικαιοσύνη 2004, σελ. 554    Εισηγητής: Ν. Σιταρόπουλος, Επιστημονικός Συνεργάτης ΕΕΔΑ    1. Ο Ποινικός Κώδικας, στο άρθρο 69, προβλέπει το "μέτρο ασφάλειας" της     "φύλαξης ακαταλόγιστων εγκληματιών", δηλαδή ατόμων που "λόγω νοσηρής     διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών του[ς]", ή λόγω κωφαλαλίας,     απαλλάσσονται από την ποινή ή τη δίωξη για κακούργημα ή πλημμέλημα, για    το οποίο ο νόμος απειλεί ποινή ανώτερη από έξι μήνες. Το ανωτέρω άρθρο     προβλέπει ότι: "Το δικαστήριο διατάσσει τη φύλαξη [των ανωτέρω προσώπων]    σε δημόσιο θεραπευτικό κατάστημα εφόσον κρίνει ότι είναι επικίνδυν[α] για    τη δημόσια ασφάλεια".    2. Το άρθρο 70 ΠΚ συμπληρώνει τα ανωτέρω ρυθμίζοντας την εκτέλεση και τη     διάρκεια της φύλαξης ποινικά ακαταλόγιστων ατόμων. Κατ` αρχήν, προβλέπει ότι     για την εκτέλεση της διάταξης της απόφασης που αφορά στη φύλαξη φροντίζει η     εισαγγελική αρχή. Κατά δεύτερο λόγο, το ίδιο άρθρο προβλέπει ότι "η φύλαξη     συνεχίζεται όσο χρόνο επιβάλλει η δημόσια ασφάλεια". Τέλος, προβλέπεται ότι     "κάθε τρία έτη το δικαστήριο των πλημμελειοδικών στην περιφέρεια του οποίου     εκτελείται η φύλαξη αποφασίζει αν αυτή πρέπει να εξακολουθήσει. Το ίδιο     δικαστήριο μπορεί όμως οποτεδήποτε με αίτηση του εισαγγελέα ή της διεύθυνσης     του καταστήματος να διατάξει την απόλυση εκείνου που φυλάσσεται".    3. Η φύλαξη "ακαταλόγιστων εγκληματιών" σε δημόσιο θεραπευτικό κατάστημα     είναι ένα αναπληρωματικό της ποινής μέτρο ασφάλειας, 1 δεδομένου ότι "ποινή"     εδώ δεν επιβάλλεται εξαιτίας του ακαταλόγιστου των δραστών και της ανυπαρξίας     "εγκλήματος" κατά το άρθρο 14 ΠΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 33 παρ. 1 και 34     ΠΚ.    Και οι δύο όμως ως άνω διατάξεις (69 και 70) του ΠΚ συγκρούονται σε ορισμένα     σημεία τους με βασικές αρχές προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου που     έχουν κατοχυρωθεί, μεταξύ άλλων, από το Σύνταγμα, αποφάσεις αρμοδίων οργάνων     του ΟΗΕ αλλά και του Συμβουλίου της Ευρώπης και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου     Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Τα κύρια αυτά σημεία αφορούν στα εξής ζητήματα:    3.1. Το γεγονός ότι ο ΠΚ επιτρέπει τη φύλαξη ακαταλόγιστων ατόμων σε δημόσιο     θεραπευτικό κατάστημα βάσει και απόφασης δικαστικού συμβουλίου και όχι μόνο     δικαστηρίου, δεδομένου ότι το άρθρο 69 ΠΚ προβλέπει την ανωτέρω φύλαξη και    σε περιπτώσεις απαλλαγής από τη δίωξη για κακούργημα ή πλημμέλημα, απαλλαγής     που λαμβάνει χώρα κατόπιν απόφασης δικαστικού συμβουλίου και όχι δικαστηρίο     (εκτός ακροατηρίου).    Η δυνατότητα που δίνει ο ΠΚ, και έχει ακολουθήσει η νομολογία, για τη     διαταγή εγκλεισμού δυνάμει απόφασης δικαστικού συμβουλίου δεν συνάδει με    τα σύγχρονα πρότστασίας δικαιωμάτων του ανθρώπου που επιβάλλουν την ύπαρξη     διαδικασίας ακροατηρίου. Μόνο η διαδικασία ακροατηρίου, όπου όλα τα μέρη της     σχετικής δίκης παρίστανται εξαρχής δικαιωματικά, και όχι κατόπιν σχετικής     αίτησης όπως συμβαίνει στη διαδικασία ενώπιον δικαστικού συμβουλίoυ, μπορεί     να καλύψει τις "εγγυήσεις που χρειάζεται η οπoιαδήποτε στέρηση της προσωπικής     ελευθερίας, έστω και για θεραπευτικούς λόγους".    Η ιδιαίτερα ευάλωτη κατάσταση των ψυχικά ασθενών ατόμων ή κωφάλαλων     ("ακαταλόγιστων ατόμων"), σε συνδυαμό με την ιδιαίτερη βαρύτητα του μέτρου     ασφάλειας που έχει ως συνέπεια τον περιορισμό της ελευθερίας του ατόκμου    σε δημόσιο θεραπευτικό κατάστημα, επιτάσσει την ύπαρξη πόλυτης διαφάνειας,     αντικειμενικότητας και αμερεροληψίας των σχετικών διαδικασιών, κάτι που     μπορεί να εξασφαλισθεί μόνο με τη διαδικασία ακροατηρίου.    Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, σε μια από τις πρώτες     υποθέσεις αναγκαστικού εγκλεισμού ψιχασθενούς, έχει τονίσει ότι σε αυτές τις     περιπτώσεις "ίσως είναι αναγκαίες ειδικές δικλείδες δικονομικής ασφάλειας    για την προστασία των συμφερόντων προσώπων που, εξαιτίας των πνευματικών     ιδιαιτεροτήτων τους, δεν έχουν πλήρη ικανότητα να δράσουν αυτόνομα". Το ίδιο     Δικαστήριο έχει ορθώς προσθέσει σε μια άλλη πρόσφατη, παρεμφερή υπόθεση ότι     η στέρηση της ελευθερίας ιατρικά, μεταξύ άλλων, ευάλωτων ατόμων (άρθρο 5     παρ. 1 περ. ε` ΕΣΔΑ) είναι ένα "αυστηρό μέτρο", η νομιμότητα του οποίου δεν     μπορεί να βασίζεται μόνο στη λήψη του σύμφωνα με διατάξεις του εσωτερικού     δικαίου, αλλά πρέπει πάντοτε να είναι το ύστατο δυνατό μέτρο και να είναι     απαραίτητο υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες της εκάστοτε υπόθεσης (αρχές της     επικουρικότητας και αναλογικότητας).    3.2. Το γεγονός ότι τα άρθρα 69 και 70 ΠΚ έχουν θέσει ως κύρια βάση     λειτουργίας του ως άνω μέτρου ασφάλειας την προστασία της "δημόσιας     ασφάλειας" και όχι τη θεραπεία του αναγκαστικά εγκλειόμενου προσώπου.     Ιδιαιτέρως προβληματικές είναι οι διατάξεις των άρθρων 69 και 70 παρ. 2 ΠΚ,     που χρήζουν άμεσης τροποποίησης, καθώς προβλέπουν ότι το μέτρο ασφάλειας της     φύλαξης ακαταλόγιστων προσώπων λαμβάνεται εφόσον κρίνεται δικαστικά ότι τα     πρόσωπα αυτά "είναι επικίνδυν[α] για τη δημόσια ασφάλεια" ή "συνεχίζεται όσο     χρόνο επιβάλλει η δημόσια ασφάλεια". Η "λογική" αυτών των διατάξεων βασίζεται     και οδηγεί αυτόματα στην "αντικειμενικοποίηση" των ανωτέρω ατόμων, διότι    το γράμμα του νόμου παραβλέπει πλήρως την παθολογική κατάσταση των ποινικά     ακαταλόγιστων ατόμων η ύπαρξη ή συνέχιση ύπαρξης της οποίας θα πρέπει να     συνιστά το κύριο αντικει μενικό κριτήριο έναρξης ή συνέχισης της φύλαξης.    Οι διατάξεις αυτές υποβάλλουν τη θεραπευτική στη φυλακτική "δεοντολογία",     ενώ ο ασαφής όρος "δημόσια ασφάλεια" στην πράξη δημιουργεί "προγνωστική     περιπέτεια του όρου επικινδυνότητα ... [με αποτέλεσμα] οι "ακαταλόγιστοι"     δράστες σοβαρών εγκλημάτων συχνότατα [να] βλέπουν τις αιτήσεις απόλυσης να     απορρίπτονται από το δικαστήριο και [να] παραμένουν ισόβια στο Ψυχιατρείο".     Αλλωστε το εάν τα ανωτέρω ευάλωτα ιατρικά άτομα θέτουν σε κίνδυνο τη    "δημόσια ασφάλεια" αυτό, λογικά και νομικά, εξαρτάται απόλυτα από την ύπαρξη     (ή συνέχιση ύπαρξης) της ανωτέρω παθολογικής ατομικής κατάστασής τους.    Το γράμμα και το πνεύμα των διατάξεων των άρθρων 69 και 70 παρ. 2 ΠΚ,     προβαίνουν κατ` ουσία σε πλήρη απαξίωση της ανθρώπινης υπόστασης (ανθρώπινης     αξίας) των ακαταλόγιστων ατόμων. Ως εκ τούτου, παραβιάζονται θεμελιώδεις     διατάξεις του Συντάγματος: Κατ` αρχήν το θεμελιώδες άρθρο 2 παρ. 1 Σ που    έχει κατοχυρώσει "τον σεβασμό και την προστασία της αξίας του ανθρώπου" ως     την "πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας", σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παρ.    1 Σ (ατομικό δικαίωμα ανάπτυξης της προσωπικότητας). Κατά δεύτερο λόγο, οι     ανωτέρω ποινικές διατάξεις παραβιάζουν σαφώς το (νέο) άρθρο 5 παρ. 5 και το     άρθρο 21 παρ. 3 Σ. Με την πρώτη διάταξη έχει πλέον κατοχυρωθεί στο Σύνταγμα     το ατομικό δικαίωμα στην προστασία της υγείας, που στην πράξη δρα παράλληλα     με το κοινωνικό δικαίωμα μέριμνας της υγείας των "πολιτών" έναντι του κράτους     που έχει κατοχυρώσει το άρθρο 21 παρ. 3 Σ από το 1975. Συγκεκριμένα, η     δεύτερη αυτή διάταξη προβλέπει ρητή υποχρέωση του κράτους, με τη λήψη από     αυτό ειδικών μέτρων, για την προστασία, μεταξύ άλλων ευάλωτων κοινωνικών     ομάδων, ατόμων με αναπηρία. Ατομα με αναπηρία, σύμφωνα με τα σύγχρονα διεθνή     πρότυπα, είναι όλα τα άτομα με φυσικές και πνευματικές ειδικές ανάγκες     "(persons with deficiencies in their physical or mental capabilities").      Ως εκ τούτων, η παντελής αδιαφορία του ποινικού νομοθέτη για τις ιδιαίτερες     ανάγκες ή τα ιατρικά προβλήματα των ποινικά ακαταλόγιστων ατόμων παραβιάζει     ευθέως τις ως άνω θεμελιώδεις συνταγματικές διατάξεις που έχουν πλέον     ιδιαίτερα ενισχυθεί, θεωρητικά και πρακτικά, με το νέο άρθρο 25 παρ. 1 Σ. Η     αναδιατυπωμένη (το 2001) αυτή διάταξη έχει θεσμοθετήσει ρητά την υποχρέωση     όλων των κρατικών οργάνων να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική     άσκηση όλων των δικαιωμάτων του ανθρώπου "ως ατόμου και ως μέλους του     κοινωνικού συνόλου", στο πλαίσιο του "κοινωνικού κράτους δικαίου". Οι     σχετικές υποχρεώσεις επομένως της Πολιτείας και όλων των οργάνων της,     συμπεριλαμβανομένων των δικαστικών, είναι σήμερα, και τυπικά, ιδιαίτερα     ενισχυμένες.    Οι ως άνω ποινικές διατάξεις έρχονται επίσης σε αντίθεση με το κεκτημένο    της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Πάγια νομολογία του     Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), στο πλαίσιο ερμηνείας     του άρθρου 5 παρ. 1 περ. ε` ΕΣΔΑ, έχει υπογραμμίσει ότι "η νομιμότητα της     συνέχισης εγκλεισμού [ατόμων με ψυχικές διαταραχές] εξαρτάται από τη συνέχιση     της διαταραχής". Αυτός είναι ένας από τους "ελάχιστους όρους" που πρέπει να     πληρούν η διάγνωση ενός ατόμου ως ψυχικά διαταραγμένου και ο περιορισμός της     ελευθερίας του, και που έχει παγιώσει η σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ.    3.3. Την ανυπαρξία δευτεροβάθμιας εξέτασης της απόφασης εγκλεισμού     ακαταλόγιστων προσώπων, λόγω του γεγονότος ότι οι αποφάσεις ή τα βουλεύματα     που επιβάλλουν το ως άνω μέτρο ασφάλειας θεωρούνται από την ποινική θεωρία     αθωωτικά, και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατόν να ασκηθούν ένδικα μέσα.    Το γεγονός αυτό είναι σε ευθεία αντίθεση προς τις Αρχές του ΟΗΕ για την     Προστασία Προσώπων με Ψυχικές Ασθένειες και για τη Βελτίωση των Υπηρεσιών     Ψυχικής Υγείας (1991). Η Αρχή του ΟΗΕ (άρθρο 17 παρ. 2) προβλέπει την ύπαρξη     δευτεροβάθμιου οργάνου ελέγχου της πρώτης απόφασης που αφορά στον εγκλεισμό     ατόμων ψυχικά πασχόντων, που θα πρέπει να επιλαμβάνεται αμέσως της σχετικής     εξέτασης μόλις ληφθεί η πρωτοβάθμια απόφαση για τον εγκλεισμό. Σύμφωνα με     την ίδια Αρχή (άρθρο 17 παρ. 1), το δευτεροβάθ μιο αυτό όργανο ελέγχου μπορεί     να είναι δικαστικό ή άλλο ανεξάρτητο και αμερόληπτο όργανο που μπορεί να     θεσπισθεί και να λειτουργεί σύμφωνα με ειδική σχετική νομοθεσία.    Την ανωτέρω Αρχή έχει υιοθετήσει και συγκεκριμενοποιήσει ο Παγκόσμιος     Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) στις Δέκα Βασικές Αρχές για το Δίκαιο Προστασίας    της Ψυχικής Υγείας (1996). Η Εβδομη Βασική Αρχή (ύπαρξη δευτεροβάθμιας     διαδικασίας) του ΠΟΥ προβλέπει ότι, σε περιπτώσεις αναγκαστικού εγκλεισμού,     θα πρέπει να υπάρχει μια δευτεροβάθμια διαδι κασία (review procedure),     διαθέσιμη για κάθε αρχική απόφαση που λαμβάνεται από τις Αρχές (δικαστή) ή     άλλα πρόσωπα (εκπροσώπους, όπως π.χ. κηδεμόνας) και παροχές υπηρεσιών υγείας.     Πιο συγκεκριμένα, αυτή η Βασική Αρχή του ΠΟΥ προβλέπει ότι ο δευτεροβάθμιος     αυτός έλεγχος θα πρέπει να έχει τα εξής χαρακτηριστικά:    α) Η διαδικασία ελέγχου πρέπει να είναι διαθέσιμη όταν το ζητήσουν τα     ενδιαφερόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένου του κύριου προσώπου (ασθενούς).    β) Η διαδικασία πρέπει να αρχίζει εγκαίρως (π.χ. εντός τριών ημερών από    την αρχική απόφαση).    γ) Δεν πρέπει να εμποδίζεται η πρόσβαση του ασθενούς στη δευτεροβάθμια     διαδικασία ελέγχου απλώς και μόνο εξαιτίας της κατάστασης της υγείας του.    δ) Πρέπει πάντοτε να δίνεται η δυνατότητα στον ασθενή να εκφράσει ο ίδιος     προσωπικά τις απόψεις του.    Τη δυνατότητα δευτεροβάθμιας εξέτασης της απόφασης εγκλεισμού ψυχασθενών     προσώπων έχει επίσης τονίσει η Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της     Ευρώπης με τη Σύσταση 1235 (1994) για την Ψυχιατρική και τα Δικαιώματα του     Ανθρώπου. Μια από τις βασικές αρχές της διαδικασίας αναγκαστικού εγκλεισμού     ψυχασθενούς (παρ. 7-i-c) είναι η διά νόμου θεσμοθέτηση δυνατότητας έφεσης     κατά της πρωτοβάθμιας δικαστικής απόφασης αναγκαστικού εγκλεισμού. Την    ίδια θέση έχει εκφράσει επίσης η Ευρωπαίκή Επιτροπή για την Πρόληψη των     Βασανιστηρίων και ο Αρμοστής του Συμβουλίου της Ευρώπης για τα Δικαιώματα     του Ανθρώπου.    Τέλος, το Ευρωπαίκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) έχει επίσης     υπογραμμίσει σε σχετική νομολογία του την ύπαρξη δικαιώματος προσφυγής του     ατόμου στερουμένου της ελευθερίας του σε "δικαστήριο", στις περιπτώσεις     μέτρων ασφάλειας ανάλογων αυτών των άρθρων 69 και 70 ΠΚ, προς έλεγχο της     νομιμότητας των σχετικών στερητικών της ελευθερίας μέτρων, σύμφωνα με το     άρθρο 5 παρ. 4 ΕΣΔΑ. Το "δικαστήριο" αυτό θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα,     σύμφωνα με το ΕΔΔΑ, ευρέος ελέγχου όλων των όρων που αφορούν στη νομιμότητα     εγκλεισμού του εν λόγω ατό μου.    Το ΕΔΔΑ έχει επίσης τονίσει ότι η σχετική διαδικασία δικαστικού ελέγχου     πρέπει να έχει δύο σημαντικά δικονομικά χαρα κτηριστικά:    α) Πρώτον, το βάρος απόδειξης στην ως άνω διαδικασία περί της ανάγκης     συνέχισης του εγκλεισμού (αλλά και πρωτοβάθμια) πρέπει να φέρουν οι αρχές    και όχι ο προσφεύγων / εφεσιβάλλων.    β) Δεύτερον, ο σχετικός δικαστικός έλεγχος πρέπει να βάνει χώρα σε ιδιαίτερα     σύντομο χρονικό διάστημα, όπως επιβάλλει το πνεύμα του άρθρου 5 παρ. 4 ΕΣΔΑ.    4. Ως εκ τούτων, η ΕΕΔΑ θεωρεί αναγκαία την αναθεώρηση της ποινικής     νομοθεσίας που αφορά στη φύλαξη ποινικά ακαταλόγιστων προσώπων και προτείνει     ιδιαίτερα τα ακόλουθα:    4.1. Την τροποποίηση του άρθρου 69 ΠΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 310 παρ.     1 ΚΠΔ, ούτως ώστε σε περιπτώσεις ακαταλόγιστων προσώπων που διαπράττουν     πλημμελήμα κακουργήματα, το δικαστικό συμβούλιο να μην απαλλάσσει τα ανωτέρω     πρόσωπα από τη δίωξη διατάσσοντας ταυτόχρονα τη φύλαξή τους, όπως συμβαίνει     σήμερα, αλλά να παραπέμπει τα πρόσωπα αυτά στο αρμόδιο δικαστήριο "με     επιφύλαξη απαλλαγής". Μόνο αυτό το δικαστήριο, μετά από διαδικασία ενώπιον     ακροατηρίου, θα πρέπει να έχει την αρμοδιότητα να διατάξει τη φύλαξη, αφού     απαλλάξει τα ακαταλόγιστα πρόσωπα από τη σχετική ποινή.    4.2. Την τροποποίηση των άρθρων 69 και 70 ΠΚ το γράμμα των οποίων θέτει τη     "δημόσια ασφάλεια", έναν ιδιαίτερα αόριστο και ασαφή όρο, ως το μόνο κριτήριο     της έναρξης και της συνέχισης της φύλαξης ακαταλόγιστων προσώπων. Ο νομοθέτης     οφείλει να υποβάλει τη φύλαξη σε θεραπευτικές αρχές και να θέσει έτσι ρητά     και εδώ, όπως έχει ήδη γίνει με τον Ν 2071/1992 (άρθρα 95-99 που αφορούν στην     προληπτική ακούσια νοσηλεία ψυχασθενών), ως κύρια προϋπόθεση έναρξης και     συνέχισης της φύλαξης την ύπαρξη ή συνέχιση ύπαρξης συγκεκριμένης ασθένειας     των ακαταλόγιστων προσώπων, η οποία σε είδος ή/και βαθμό καθιστά τους     ασθενείς επικίνδυνους για την κοινωνία, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες     βασικές αρχές αρμόδιων οργάνων και οργανισμών του ΟΗΕ, τις θεμελιώδεις     σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων     του Ανθρώπου.    4.3. Δεδομένου ότι στην πράξη η εφαρμογή των άρθρων 69 και 70 ΠΚ έχει     οδηγήσει σε μακροχρόνιο εγκλεισμό που "μπορεί να διαρκέσει για το υπόλοιπο     της ζωής", θεωρείται επίσης απαραίτητη η διά νόμου θέσπιση ανώτατου ορίου     φύλαξης και θεραπείας των ακαταλόγιστων προσώπων και της δυνατότητας     επέκτασης αυτού του ορίου, βάσει σχετικής δικαστικής απόφασης, εφόσον αυτό     επιβάλλεται για τη θεραπεία (αποκατάσταση της ψυχικής υγείας και δυνατότητα     αρμονικής επανενσωμάτωσης στο κοινωνικό σύνολο) των ως άνω προσώπων.    4.4. Λόγω της εξέλιξης των σύγχρονων μεθόδων θεραπείας, θεωρείται απαραίτητο     να αποφεύγεται η παραμονή του ασθενούς στα θεραπευτικά καταστήματα, η οποία     συχνά έχει δυσμενείς συνέπειες. Γι `αυτό το λόγο, κρίνεται επίσης σκόπιμο ο     ασθενής ή ο νόμιμος αντιπρόσωπός του, να έχει εκ του νόμου το δικαίωμα     υποβολής αίτησης εξόδου από το θεραπευτικό κατάστημα, που πρέπει να     εξετάζεται από αρμόδιο δικαστήριο.    4.5. Η δικαστική απόφαση φύλαξης (και συνέχισης φύλαξης) ακαταλόγιστων     προσώπων σε θεραπευτικό ίδρυμα είναι σκόπιμο να υπόκειται διά νόμου σε     δευτεροβάθμιο δικαστικό έλεγχο, μέσω ενδίκου μέσου διαθέσιμου στα υπό    φύλαξη και θεραπεία πρόσωπα και σε νόμιμους εκπροσώπους τους, σύμφωνα με    τις προαναφερθείσες βασικές αρχές του Συμβουλίου της Ευρώπης, του Διεθνούς     Οργανισμού Υγείας και του ΕΔΔΑ. Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα και με τη     νομολογία του ΕΔΔΑ, το βάρος απόδειξης περί της ανάγκης ή συνέχισης του     εγκλεισμού πρέπει να φέρουν οι αρχές και όχι ο εφεσιβάλλων. Επίσης ο     δευτεροβάθμιος δικαστικός έλεγχος πρέπει να λαμβάνει χώρα σε ιδιαίτερα     σύντομο χρονικό διάστημα, όπως επιβάλλει το άρθρο 5 παρ. 4 ΕΣΔΑ.    4.6. Το ποινικά ακαταλόγιστο πρόσωπο είναι σκόπιμο να έχει ρητά εκ του    νόμου το δικαίωμα αυτοπρόσωπης παράστασης σε όλα τα στάδια των σχετικών     διαδικασιών, προς διασφάλιση των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων του που     απορρέουν, μεταξύ άλλων, από τα άρθρα 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 3 και 5, 21 παρ. 3     και 25 παρ. 1 Σ, αλλά και για να έχει τη δυνατότητα η Αρχή που ερευνά το θέμα     να έχει αυτοπροσώπως αντίληψη της πνευματικής και ψυχικής του κατάστασης.    Για τους ίδιους λόγους κρίνεται σκόπιμη η πρόβλεψη από το νόμο υποχρέωσης    του δικαστηρίου να εξετάσει το ακαταλόγιστο πρόσωπο στον χώρο κράτησής του,     σε περίπτωση που η με ταφορά του στο δικαστήριο έχει κριθεί ως αδύνατη για     οποιοδήποτε λόγο.    4.7. Επίσης για τη διαφύλαξη των ως άνω δικαιωμάτων του ποινικά     ακαταλόγιστου προσώπου κρίνεται απαραίτητη η διά νόμου πρόβλεψη της     υποχρέωσης του δικαστηρίου, πριν από τη διαταγή (συνέχισης) φύλαξης του     ποινικά ακαταλόγιστου προσώπου, να διατάσσει αυτεπάγγελτα τη σχετική     γνωμάτευση δύο ψυχιάτρων που δεν πρέπει να τελούν σε σχέση συγγένειας με το     ακαταλόγιστο πρόσωπο (κατ` αναλογία του άρθρου 96 παρ. 2 του Ν 2071/1992).    Οι σχετικές ψυχιατρικές γνωματεύσεις θα πρέπει να συνιστούν στοιχεία για    την αιτιολόγηση της δικαστικής απόφασης φύλαξης.    Αριθμός 1634/2002    ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ    ΤΜΗΜΑ Δ΄    Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 20 Νοεμβρίου 2001, με την εξής     σύνθεση: Μ. Βροντάκης, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Δ΄ Τμήματος, Σ.     Χαραλαμπίδης, Δ. Πετρούλιας, Σύμβουλοι, Η. Τσακόπουλος, Η. Μάζος, Πάρεδροι.     Γραμματέας η Α. Τριάδη, Γραμματέας του Δ΄ Τμήματος.    Για να δικάσει την από 13 Ιανουαρίου 1999 αίτηση:    του .......... ο οποίος παρέστη με τους δικηγόρους 1) Ε. Σπηλιωτόπουλο (Α.Μ.     643) και 2) Δ. Σαραφιανό (Α.Μ. 14683), που τους διόρισε στο ακροατήριο,    κατά του ................το οποίο δεν παρέστη.    Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ αριθμ. 1078/23-11-1998     απόφαση του Δ/ντή της Ψυχιατρικής Κλινικής του Αιγινητείου Πανεπιστημιακού     Νοσοκομείου, καθώς και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.    Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Παρέδρου Η.     Τσακόπουλου.    Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τους πληρεξούσιους του αιτούντος, οι οποίοι     ανέπτυξαν και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησαν να     γίνει δεκτή η αίτηση.    Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του     δικαστηρίου κ α ι    Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α    Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο    1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως έχουν καταβληθεί τα νόμιμα     τέλη και το παράβολο (διπλότυπα 0458033-4/1999 της Δ.Ο.Υ. Ενσήμων και     Δικαστικών Εισπράξεων Αθηνών, γραμμάτιο παραβόλου 199221/1999).    2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η ακύρωση της υπ αριθ.     1078/23.11.1998 πράξεως του Διευθυντή της Ψυχιατρικής Κλινικής του     Αιγινητείου Νοσοκομείου, με την οποία απορρίφθηκε αίτημα του αιτούντος όπως     ανακληθεί το υπ’ αριθ. 2765/25.2.1993 ιατρικό πιστοποιητικό, που είχε     υπογραφεί από δύο ιατρούς του εν λόγω Νοσοκομείου και τον αφορούσε. Επίσης,     με δικόγραφο προσθέτων λόγων ζητείται η ακύρωση και του εν λόγω ιατρικού     πιστοποιητικού, καθώς και της πράξεως 6595/25.2.1998 του Εισαγγελέα     Πρωτοδικών Αθηνών, που αναφέρεται στην πέμπτη σκέψη. Οι πράξεις όμως αυτές     προσβάλλονται απαραδέκτως, προεχόντως διότι το αντικείμενο της ακυρωτικής     δίκης προσδιορίζεται μόνο από το δικόγραφο της αιτήσεως και δεν μπορεί να     διευρυνθεί με την προσβολή και άλλων, πέραν των προσβαλλομένων με την αίτηση,     πράξεων (βλ. ΣτΕ 3598/1987 κ.ά.).    3. Επειδή, ο ν. 2071/1992 «Εκσυγχρονισμός και Οργάνωση Συστήματος Υγείας» (Α.     123), στο Κεφάλαιο ΣΤ΄, που τιτλοφορείται «Ψυχική Υγεία» περιέχει σύστημα     ρυθμίσεων για την ακούσια νοσηλεία ασθενούς σε μονάδα ψυχικής υγείας. Οι     σχετικές διατάξεις ορίζουν, ειδικότερα, τα εξής: «Αρθρ. 95-1. Ακούσια     νοσηλεία είναι η χωρίς τη συγκατάθεση του ασθενή εισαγωγή και η παραμονή του,     για θεραπεία, σε κατάλληλη Μονάδα Ψυχικής Υγείας. Από την ακούσια νοσηλεία     διακρίνεται η «φύλαξη» ασθενή με το άρθρ. 69 επ. του Ποιν. Κώδικα. Η     αντιμετώπιση τοξικομανών, διέπεται από ειδική νομοθεσία. 2. Προϋποθέσεις για     την ακούσια νοσηλεία είναι: Ι.α. Ο ασθενής να πάσχει από ψυχική διαταραχή. β.     Να μην είναι ικανός να κρίνει για το συμφέρον της υγείας του. γ. Η έλλειψη     νοσηλείας να έχει ως συνέπεια είτε να αποκλεισθεί η θεραπεία του είτε να     επιδεινωθεί η κατάσταση της υγείας του, ή ΙΙ. Η νοσηλεία ασθενή που πάσχει     από ψυχική διαταραχή να είναι απαραίτητη για να αποτραπούν πράξεις βίας κατά     του ίδιου ή τρίτου. 3. Η αδυναμία ή η άρνηση προσώπου να προσαρμόζεται στις     κοινωνικές ή ηθικές ή πολιτικές αξίες, που φαίνεται να επικρατούν στην     κοινωνία, δεν αποτελεί καθ αυτή ψυχική διαταραχή. ʼρθρ. 96-1. Την ακούσια     νοσηλεία του φερομένου στην αίτηση ως ασθενή, μπορούν να ζητήσουν ο σύζυγός     του ή συγγενής σε ευθεία γραμμή απεριόριστα ή συγγενής εκ πλαγίου μέχρι και     το δεύτερο βαθμό ή όποιος έχει την επιμέλεια του προσώπου του ή ο επίτροπος     του δικαστικά απαγορευμένου. Εάν δεν υπάρχει κανένα από τα πρόσωπα αυτά, σε     επείγουσα περίπτωση, την ακούσια νοσηλεία μπορεί να ζητήσει και αυτεπάγγελτα     ο εισαγγελέας πρωτοδικών του τόπου κατοικίας ή διαμονής του ασθενή. 2. Η     αίτηση για την ακούσια νοσηλεία απευθύνεται στον εισαγγελέα πρωτοδικών του     τόπου της κατοικίας ή διαμονής του προσώπου, που φέρεται στην αίτηση ως     ασθενής. Την αίτηση πρέπει να συνοδεύουν αιτιολογημένες γραπτές γνωματεύσεις     δύο ψυχιάτρων, ή επί αδυναμίας εξευρέσεως δύο ψυχιάτρων, ενός ψυχιάτρου και     ενός ιατρού παρεμφερούς ειδικότητας, που θα αναφέρονται στις προϋποθέσεις της     παρ. 2 του άρθρ. 95 είτε Ι είτε ΙΙ. Οι ιατροί που συντάσσουν τις γνωματεύσεις     δεν πρέπει να τελούν σε σχέση συγγενείας με τον αιτούντα ή το φερόμενο στην     αίτηση ως ασθενή. 3. Οι ψυχίατροι ή παιδοψυχίατροι που συντάσσουν τις     γνωματεύσεις προέρχονται από ειδικό κατάλογο, τον οποίο συντάσσουν ανά διετία     οι κατά τόπους ιατρικοί σύλλογοι. 4. Ο εισαγγελέας, αφού διαπιστώσει τη     συνδρομή των τυπικών προϋποθέσεων και εφόσον και οι δύο ιατρικές γνωματεύσεις     συμφωνούν για την ανάγκη ακούσιας νοσηλείας, διατάσσει τη μεταφορά του ασθενή     σε κατάλληλη μονάδα ψυχικής υγείας που υπάρχει στον «Τομέα» ψυχικής υγείας     της κατοικίας του ασθενή, εκτός αν ειδικές συνθήκες επιβάλλουν τη νοσηλεία     του αλλού. Εάν οι γνωματεύσεις των δύο ιατρών διαφέρουν μεταξύ τους, ο     εισαγγελέας, μπορεί να διατάξει τη μεταφορά του φερόμενου ως ασθενή, εισάγει     την αίτηση στο πολυμελές πρωτοδικείο κατά τη διαδικασία της παρ. 6 του άρθρου     αυτού. Ο ασθενής πρέπει να ενημερώνεται αμέσως μόλις γίνει η μεταφορά του στη     Μονάδα Ψυχικής Υγείας, από το διευθυντή ή άλλο πρόσωπο στο οποίο έχει     ανατεθεί το καθήκον αυτό, για τα δικαιώματά του και ειδικότερα το δικαίωμά     του να ασκήσει ένδικο μέσο. Για την ενημέρωση αυτή συντάσσεται πρακτικό που     υπογράφεται, εκτός από τον υποχρεωμένο να ενημερώσει και από το συνοδό του     ασθενή. 5. Στην περίπτωση που τη διαδικασία κινεί αυτεπάγγελτα ο εισαγγελέας     ή που στην αίτηση αναφέρεται ότι ήταν ανέφικτη η εξέταση του ασθενή, λόγω     άρνησής του να εξετασθεί, ο εισαγγελέας πρωτοδικών δικαιούται να διατάξει τη     μεταφορά του ασθενή για εξέταση και σύνταξη των γνωματεύσεων, σε δημόσια     ψυχιατρική κλινική. Η μεταφορά του διενεργείται υπό συνθήκες που εξασφαλίζουν     το σεβασμό στην προσωπικότητα και την αξιοπρέπεια του ασθενή, η δε παραμονή     του ασθενή εκεί για τις αναγκαίες εξετάσεις δεν μπορεί να διαρκέσει     περισσότερο από 48 ώρες. 6. Σε τρεις ημέρες από τότε που ο εισαγγελέας     πρωτοδικών διέταξε τη μεταφορά του ασθενή, επιμελούμενος άμα για τη μεταφορά     του στο πολυμελές πρωτοδικείο, ο ίδιος με αίτησή του ζητεί να επιληφθεί το     πολυμελές πρωτοδικείο στο οποίο υπηρετεί, που συνεδριάζει μέσα σε 10 ημέρες     κατά την κρίση του, «κεκλεισμένων των θυρών», ώστε να προστατεύεται η     ιδιωτική ζωή του ασθενή. Στη συνεδρίαση καλείται πριν από 48 ώρες και ο     ασθενής, ο οποίος δικαιούται να παραστεί με δικηγόρο και με ψυχίατρο ως     τεχνικό σύμβουλο. Σε περίπτωση επικινδυνότητας του φερόμενου ως ασθενή οι     ανωτέρω προθεσμίες δύναται να συντμηθούν. 7. Το δικαστήριο, που δικάζει με τη     διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, αν κρίνει ότι οι γνωματεύσεις των δύο     ψυχιάτρων που προσάγονται διαφέρουν μεταξύ τους ή δεν είναι πειστικές ή ο     επιστημονικός διευθυντής του νοσοκομείου στον οποίο έχει εισαχθεί ο ασθενής     διατυπώνει αντίθετη προς τις γνωματεύσεις γνώμη διατάζει την εξέταση του     ασθενή και από άλλο ψυχίατρο εγγεγραμμένο στους καταλόγους, ιατρικών συλλόγων     της χώρας, κατά προτίμηση επίκουρο τουλάχιστον καθηγητή ή επιστημονικό     διευθυντή δημόσιας Μονάδας Ψυχικής Υγείας ή το νόμιμο αναπληρωτή του. 8. Η     απόφαση του πρωτοδικείου πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένη. Αν ο ασθενής     τον οποίο αφορά έχει προσαχθεί με διαταγή του εισαγγελέα σε ψυχιατρική     κλινική, στην περίπτωση που η αίτηση αναγκαστικής νοσηλείας γίνεται δεκτή,     συνεχίζεται η παραμονή του εκεί, ενώ στην περίπτωση που η αίτηση     απορρίπτεται, διατάσσεται η άμεση έξοδος. 9. Κατά το χρονικό διάστημα που     μεσολάβησε από την εισαγωγή του αρρώστου μέχρι την έκδοση της δικαστικής     απόφασης τη θεραπευτική ευθύνη αυτού φέρει ο επιστημονικός διευθυντής της     Μ.Ψ.Υ., ο οποίος και εξακολουθεί να φέρει την επιστημονική και θεραπευτική     ευθύνη, εφόσον το δικαστήριο διατάξει τη συνέχιση της νοσηλείας. ʼρθρ. 97.-1.     Κατά της απόφασης του πρωτοδικείου χωρεί έφεση και ανακοπή κατά τις διατάξεις     της πολιτικής δικονομίας. Το ένδικο μέσο της ανακοπής μπορεί να ασκήσει και ο     επιστημονικός διευθυντής της Μονάδας Ψυχικής Υγείας που νοσηλεύεται ο     ασθενής. Τα ένδικα αυτά μέσα ασκούνται μέσα σε προθεσμία 2 μηνών από τη     δημοσίευση της απόφασης. 2. Η έφεση δικάζεται από το τριμελές εφετείο,     «κεκλεισμένων των θυρών», μέσα σε 15 ημέρες από την κατάθεσή της. Το εφετείο     μπορεί να ζητήσει και νέα γνωμάτευση ψυχιάτρου ή ό,τι άλλο θεωρήσει σκόπιμο     ... ʼρθρ. 98 ... ʼρθρ. 99. 1. Η ακούσια νοσηλεία διακόπτεται όταν πάψουν να     συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 2 του άρθρ. 95 του νόμου αυτού. Στην     περίπτωση αυτήν, ο επιστημονικός διευθυντής της ψυχιατρικής κλινικής, στην     οποία νοσηλεύεται ο ασθενής, οφείλει να του χορηγήσει εξιτήριο και συγχρόνως     να κοινοποιήσει σχετική έκθεση στον αρμόδιο εισαγγελέα. 2. Η διάρκεια της     ακούσιας νοσηλείας δεν μπορεί να υπερβεί τους έξι (6) μήνες. Μετά την πάροδο     των τριών πρώτων μηνών, o επιστημονικός διευθυντής της ψυχιατρικής κλινικής     και άλλος ένας ψυχίατρος του τομέα ψυχικής υγείας, υποβάλλουν έκθεση στον     εισαγγελέα για την κατάσταση της υγείας του ασθενή. Ο εισαγγελέας δικαιούται     να διαβιβάσει την έκθεση αυτή στο πολυμελές πρωτοδικείο της περιφέρειάς του     με αίτησή του να συνεχιστεί ή να διακοπεί η ακούσια νοσηλεία. 3. Ο ασθενής ή     συγγενείς του της παρ. 1 του άρθρ. 96, ή ο επίτροπός του δικαιούται με αίτησή     τους προς τον εισαγγελέα, να ζητήσουν να διακοπεί η ακούσια νοσηλεία. Αν η     αίτηση δεν γίνει δεκτή από το πρωτοδικείο, στο οποίο την υποβάλλει αμέσως ο     εισαγγελέας νέα αίτηση μπορεί να υποβληθεί μετά από 3 μήνες. 4. Σε όλως     εξαιρετικές περιπτώσεις, κατά τις οποίες πρέπει να παραταθεί η νοσηλεία του     ασθενή πέραν των έξι (6) μηνών, τούτο είναι δυνατό μόνο μετά από σύμφωνη     γνώμη επιτροπής εκ τριών ψυχιάτρων, εκ των οποίων ένας είναι ο θεράπων ιατρός     και οι έτεροι δύο ορίζονται από τον εισαγγελέα».    4. Επειδή, από τις παρατεθείσες διατάξεις συνάγεται ότι η λήψη αποφάσεως για     την ακούσια νοσηλεία φερομένου ως ασθενούς σε μονάδα ψυχικής υγείας αποτελεί     διοικητική αρμοδιότητα, η άσκηση της οποίας ανατίθεται, σύμφωνα και με το     άρθρο 94 παρ. 4 του Συντάγματος, στα πολιτικά δικαστήρια. Στην διαδικασία     λήψεως της αποφάσεως αυτής εντάσσεται και η κατά την διάταξη του άρθρου 94     παρ. 4 του ν. 2071/1992 διαταγή του εισαγγελέα πρωτοδικών. Οι ιατρικές     γνωματεύσεις που προβλέπονται στην ίδια διάταξη δεν έχουν τον χαρακτήρα     εκτελεστών πράξεων διοικητικής αρχής, ακόμη και όταν διατυπώνονται από     ιατρούς δημόσιας ψυχιατρικής κλινικής, αλλά αποτελούν μια από τις     προϋποθέσεις, επί τη συνδρομή των οποίων ο εισαγγελέας διατάσσει την μεταφορά     του φερομένου ως ασθενούς σε μονάδα ψυχικής υγείας. Η πειστικότητα δε των     γνωματεύσεων αυτών κρίνεται από το πολιτικό δικαστήριο, δικάζον κατά την     διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 96     παρ. 7 έως 9 και 97 του ίδιου νόμου.    5. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, η σύζυγος του     αιτούντος εζήτησε, με την από 23.2.1993 αίτησή της, από τον Eισαγγελέα     Πρωτοδικών Αθηνών όπως ο σύζυγός της εξετασθεί από ιατρούς δημόσιας     ψυχιατρικής κλινικής, κατά τις διατάξεις του άρθρου 96 του ν. 2071/1992. Ο ως     άνω Εισαγγελέας διέταξε αυθημερόν την μεταφορά του αιτούντος στο Αιγινήτειο     Νοσοκομείο, όπου οι ψυχίατροι Π. Σακκάς και Ιω. Μπεργιαννάκη συνυπέγραψαν το     υπ αρ. 2765/25.2.1993 «ιατρικό πιστοποιητικό», σύμφωνα με το οποίο ο αιτών     έπρεπε να νοσηλευθεί σε ψυχιατρικό ίδρυμα. Ακολούθως, εν όψει της     γνωματεύσεως αυτής, ο ίδιος εισαγγελέας διέταξε, με την υπ αριθ.     6595/25.2.1993 πράξη του, την αρμόδια αστυνομική αρχή να επιμεληθεί της     μεταφοράς του αιτούντος σε κατάλληλη νοσηλευτική μονάδα. Η διάταξη αυτή     ανακλήθηκε με την νεώτερη υπ αριθ. 15227/10.3.1993 πράξη του ως άνω     εισαγγελικού λειτουργού, με την αιτιολογία ότι δεν συντρέχουν «οι     προϋποθέσεις της παραγρ. 2 του άρθρ. 95» του ν. 2071/1992. Ο αιτών το έτος     1998, με την υπ αριθ. πρωτ. 443/24.11.1998 αίτησή του προς το Αιγινήτειο     Νοσοκομείο, εζήτησε την ανάκληση του προαναφερθέντος υπ αριθμ.     2765/25.2.1993 ιατρικού πιστοποιητικού. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε με την ήδη     προσβαλλόμενη πράξη του Διευθυντή της Ψυχιατρικής Κλινικής του ως άνω     Νοσοκομείου.    6. Επειδή, εν όψει των όσων εκτέθηκαν σε προηγούμενη σκέψη ως προς τον     χαρακτήρα των ιατρικών γνωματεύσεων που εκδίδονται κατά την διάταξη του     άρθρου 96 παρ. 5 του ν. 2071/1992, το επίμαχο πιστοποιητικό δεν αποτελεί     εκτελεστή πράξη διοικητικής αρχής. Επομένως, και η προσβαλλόμενη πράξη, ως     απορρίψασα αίτημα ανακλήσεως μη εκτελεστής πράξεως, δεν έχει εκτελεστό     χαρακτήρα και, συνεπώς, απαραδέκτως προσβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση, η     οποία, ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί.    Δ ι ά τ α ύ τ α    Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση.    Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.    Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 28 Νοεμβρίου 2001 και η απόφαση δημοσιεύθηκε     σε δημόσια συνεδρίαση στις 4 Ιουνίου 2002.    Ο Πρόεδρος του Δ΄ Τμήματος Η Γραμματέας του Δ΄ Τμήματος    Μ. Βροντάκης Α. Τριάδη    ΕγκΕισΠρωτΘεσ 633/2000, ΠΟΙΝΔΙΚ/2000 (512), ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ/2000 (630), ΝΟΒ/2000 (1671), με Παρατηρήσεις Κώστα Κοσμάτου, στην ΠοινΔικ 2000:513, Ευτύχη Φυτράκη στο ΝοΒ 2000 και Αδάμ Παπαδαμάκη στην ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ.    Με αφορμή παράπονα που διατυπώθηκαν από πρόσωπα εναντίον των οποίων    κινήθηκε, κατόπιν αιτήσεως συγγενικού τους προσώπου, η διαδικασία    ακουσίας εξετάσεως από ψυχιάτρους του ενταύθα ψυχιατρικού Νοσοκομείου,    κατά τους όρους της διατάξεως του άρθρου 95 παρ. 5 του Ν 2071/1992 και    σε συνέχεια των παραγγελομένων με την ανωτέρω σχετική,παραγγέλλομε τα    ακόλουθα, σύμφωνα προς το άρθρο 24 παρ. 4 και 5β του Ν 1756/1988.    Το κεφ. 6 του Ν 2071/1992, κα9ιερώνοντας εγγυήσεις δικαστικού ελέγχου    της νοσηλείας, οριοθετώντας προυπο9έσεις εισαγωγής, ορίζοντας σύντομες    προθεσμίες δικαιοδοτικού ελέγχου, παρέχοντας δικαιώματα στον φερόμενο    ως ασθενή, ορίζοντας ανώτατο χρόνο νοσηλείας και αναγνωρίζοντας ως    πρωταρχικές τις θεραπευτικές ανάγκες της νοσηλείας, δημιούργησε μία νέα    πραγματικότητα νομοθετικής αντιμετώπισης της ψυχικής ασθένειας.    Σύμφωνα με τις προβλέψεις της διατάξεως του άρθρου 95 παρ. 5 του    νόμου τούτου, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών δικαιούται να διατάξει τη    μεταφορά του ασθενή για εξέταση και σύνταξη των γνωματεύσεων σε δημόσια    ψυχιατρική κλινική, στην περίπτωση που αυτός κινεί τη διαδικασία    αυτεπάγγελτα ή όταν στην αίτηση του τρίτου που ζητεί την ακούσια    εξέταση και νοσηλεία, αναφέρεται ότι ήταν ανέφιστη η εξέταση του    ασθενή, λόγω άρνησής του να εξετασθεί.    Η εν λόγω διαδικασία, που αποτελεί δικαίωμα και όχι υποχρέωση του    Εισαγγελέα είναι εξαιρετικά σημαντική για τον πολίτη και γι` αυτό η    άσκηση του δικαιώματος αυτού πρέπει να γίνεται υπό τις αυστηρές    προυποθέσεις του νόμου, είναι δε αυτονόητη η ανάγκη προστασίας και    εξασφάλισης των ανθρώπων από έναν αυθαίρετο εγκλεισμό σε ψυχιατρείο.    Η αναγκαστική μεταφορά και ο αναγκαστικός εγκλεισμός σε ψυχιατρείο    είναι ένα πολύ επαχθές μέτρο και μία αστοχία του θίγει όχι μόνο    αδικαιολόγητα αλλά και βαρύτατα την ατομική ελευ9ερία και την κοινωνική    θέση του πολίτη.    Στα πλαίσια της διατάξεως αυτής επιβάλλεται ο με μεγάλη προσοχή    έλεγχος της κάθε περιπτώσεως και η έρευνα της συνδρομής των    διαγραφομένων προυποθέσεων, ώστε να αποφεύγονται τυχόν ενέργειες, οι    οποίες μπορεί να εξυπηρετούν άνομα συμφέροντα. Ειδικότερα, είναι    ενδεχόμενο αυτός που ζητεί την ακούσια νοσηλεία τρίτου, ακόμη και αν    είναι στενός συγγενής, να είναι κακόπιστος και να κινείται από    ιδιοτέλεια, προκειμένου να περιαγάγει στη δυσμενή 9έση της ακούσιας    νοσηλείας κάποιον, ώστε τελικώς να εξυπηρετήσει ίδια συμφέροντα, ιδία    οικονομικής, κληρονομικής κ.λπ. φύσεως. Η ανάθεση της διαχείρισης της    περιουσίας του "ψυχασθενή" στους συγγενείς αιτούντες τον εγκλεισμό δεν    είναι ασυνήθιστη και αποτελεί αρκετές φορές σοβαρό κίνητρο για την    υποβολή των αιτήσεων. Γι` αυτό προβάλλει έντονα η ανάγκη ύπαρξης    διαδικαστικών εγγυήσεων για τον έλεγχο της αναγκαστικής μεταφοράς και    εξέτασης ενός προσώπου στο ψυχιατρείο .    Η έννοια της επικινδυνότητας ορίζεται ως διαζευκτική προυπό9εση    ακούσιας νοσηλείας στο άρθρο 95 παρ. 2ΙΙ του Ν 2071/1992: "η νοσηλεία    ασθενή που πάσχει από ψυχική διαταραχή είναι απαραίτητη για να    αποτραπούν πράξεις βίας κατά του ιδίου ή τρίτου". Η ανάγκη λοιπόν    οριοθέτησής της είναι εμφανής. Χρήσιμη βοήθεια παρέχει η ένταξη της    επικινδυνότητας στο χώρο των διαθετικών εννοιών με τις οποίες    εκφράζεται η τάση ενός προσώπου να συμπεριφέρεται κατά ορισμένο τρόπο    υπό ορισμένες συνθήκες (βλ. σχ. Μυλωνόπουλου, Οι διαθετικές έννοιες στο    ποινικό δίκαιο, Υπερ 1993, σελ. 247-248). Η ύπαρξη αυτής της τάσης δεν    μπορεί να διαπιστω9εί παρά μόνο μετά από παρατήρηση και εκτίμηση    εμπειρικών στοιχείων, ιδίως προηγουμένων εκδηλώσεων της συμπεριφοράς    του ατόμου. Με βάση τη θέση αυτή μπορεί να θεωρηθεί πως ισχύει, ως    αρνητική προυπόθεση συνδρομής της επικινδυνότητας, η μη εκδήλωση στο    παρελ9όν βίαιης συμπεριφοράς (έτσι ο Μυλωνόπουλος, Γεγονότα και    προσωπικές κρίσεις στην μαρτυρική κατά9εση, ΠοινΧρον ΛΘ`, σελ. 691-692,    Συμεωνίδου-Καστανίδου, Παρατηρήσεις σε κριτική επισκόπηση νομολογίας    κατά θέματα, Προσωρινή κράτηση: νομικός κανόνας και πράξη, Υπερ 1991,    σελ. 108). Αλλά και πάλι, εάν οι προηγούμενες εκδηλώσεις της    συμπεριφοράς του φερομένου ως ασθενή εμπεριέχουν βία, η ακούσια    νοσηλεία του θα πρέπει να διατάσσεται μόνο στην περίπτωση που η βίαιη    συμπεριφορά είναι τέτοιας μορφής και εντάσεως που δικαιολογεί τη λήψη    αυτού του επώδυνου για τον υφιστάμενο μέτρου και παράλληλα αναμένεται    θεραπευτικό αποτέλεσμα τέτοιο που να βοηθά στη μη ανάπτυξη πράξεων    βίας. Κατά συνέπεια πρέπει ειδικώς να ερευνάται εάν το κρινόμενο άτομο    έχει ήδη στο παρελθόν ή και στο παρόν δείξει, κάποια δείγματα προσφυγής    στη βία, αξιόποινη ή όχι. Δεν πρέπει τέλος να παραβλέπεται το γεγονός    ότι η ρευστότητα και η δυσχέρεια της ψυχιατρικής διάγνωσης    πολλαπλασιάζουν αναπόφευκτα τους σχετικούς κινδύνους (βλ. Ν.    Παρασκευόπουλου- Κ. Κοσμάτου, Ο αναγκαστικός εγκλεισμός του ψυχικά    ασθενή σε ψυχιατρείο).    Για το λόγο αυτό η σχετική αίτηση επιβάλλεται να είναι πλήρως και    ειδικώς αιτιολογημένη, σύμφωνα προς τις προβλέψεις της προεκτεθείσης    διατάξεως, δηλαδή να περιγράφεται κατά το δυνατόν ακριβέστερα το ψυχικό    νόσημα του ασθενή, η εκδηλούμενη από αυτόν συμπεριφορά, οι ενέργειες οι    οποίες έχουν προηγηθεί για εκούσια εξέτασή του, η άρνησή του να    εξετασθεί ή το ανέφικτο της εξετάσεως. Πέραν της περιγραφής αυτής    επιβάλλεται η προσκόμιση σχετικών αποδεικτικών στοιχείων, όπως π.χ.    προγενέστερες ιατρικές γνωματεύσεις, βιβλιάρια υγείας,πιστοποιητικά    μονάδων ΕΣΥ κ.λπ.    Περαιτέρω, είναι δυνατό ο Εισαγγελέας να ζητήσει (με οποιονδήποτε    τρόπο και προφορικά ακόμα) από το οικείο αστυνομικό τμήμα, όπως    ερευνήσει την υπόθεση και τον ενημερώσει με έγγραφη αναφορά ή και    προφορικά, σε κατεπείγουσα περίπτωση, αν ο φερόμενος ως ψυχικά ασθενής    έχει ήδη απασχολήσει την αστυνομία (πότε και πώς), αν έχουν διατυπωθεί    παράπονα εναντίον του από πολίτες, αν έχει ήδη εκδηλώσει επιθετική    συμπεριφορά, αν έχει μετέλθει πράξεις βίας, κ.λπ.    Εφόσον από τα προσκομιζόμενα στοιχεία καταφάσκονται όλες οι νόμιμες    προυποθέσεις, τότε η εν λόγω αίτηση γίνεται δεκτή και δίδεται η σχετική    παραγγελία για την ακούσια εξέταση του προσώπου.    `Ετσι 9α αποφεύγονται περιπτώσεις ανεπίτρεπτης παραβίασης του σκληρού    πυρήνα των ατομικών δικαιωμάτων, ήτοι της ατομικής ελευθερίας, της    τιμής, της υπόληψης, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, οι οποίες    προστατεύονται από τις οικείες διατάξεις του ισχύοντος Συντάγματος, της    ΕΣΔΑ, του ΚΠΔ κ.λπ. Η θεραπευτική λογική και το κράτος δικαίου πρέπει    να υπερισχύουν απέναντι στο άκριτο φυλακτικό πνεύμα και στον πανικό    απέναντι στον πραγματικά ή υποθετικά ψυχικά άρρωστο.    Ο Διευθύνων την Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσ/νίκης    Ευάγγελος Ζάχαρης Εισαγγελέας Πρωτοδικών    ΕφΑΘ 10591/1996, Δικαιοσύνη 1997, σελ. 1610     Εισηγητής: Στυλιανός Πατεράκης    H έννοια του διαδίκου στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, η οποία     χαρακτηρίζεται από την ελαστικότητα της διαδικασίας, έχει άλλο περιεχόμενο     από ό,τι έχει στο πεδίο της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας (βλ. Κ. Μπέη, ΝοΒ     17.983). Και τούτο, διότι στη διαδικασία αυτή δεν υφίσταται, κατά κανόνα,     αντιδικία (είναι όμως δυνατόν να υπάρξουν και στη διαδικασία αυτή     περισσότεροι διάδικοι και με αντιτιθέμενα συμφέροντα και κατά συνέπεια να     διεξαχθεί η δίκη κατ` αντιδικία) και για το λόγο αυτό δεν υπάρχουν     αντιδικούντα πρόσωπα (βλ. Γ. Μητσόπουλου, Παρατηρήσεις στα πρακτικά     αναθεωρητικής επιτροπής σελ. 381 επομ. πρβλ. και Γ. Ράμμο, Εισηγήσεις αστικού     δικονομικού δικαίου, τεύχος Β` 1969, § 126 IX Β και Γ σελ. 329, Κ. Μπέη, Αι     διαδικασίαι ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου σελ. 523, Β. Μπρακατσούλα, Η     εκούσια δικαιοδοσία, 1979, σελ. 25, ΕΑ 4455/1974 ΝοΒ 22.1203, ΕΑ 2366/1976     Αρμ 31.187, ΕΑ 3412/1991 Δίκη 22.847, ΕΑ 7232/1989 αδημοσίευτη στο νομικό     τύπο, πρβλ. και Ε. Σκαλίδη, Αρμ 27 σελ. 203-204). Τα πρόσωπα τα οποία     μετέχουν στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας ονομάζονται μεν "διάδικοι"     (βλ. Μιχελάκη, Παρατηρήσεις στα πρακτικά αναθεωρητικής επιτροπής, σελ. 382)     όμως στην ουσία πρόκειται περί "ενδιαφερομένων" (βλ. Κ. Μπέη, Αι Διαδικασίαι     κ.λπ. σελ. 524, Γέσιου - Φάλτση, Η ομοδικία § 25 σελ. 138-139) θετικώς ή     αρνητικώς ως προς τη ρύθμιση που θα αποφασισθεί και αποτελεί το αντικείμενο     της αιτήσεως (βλ. ΕΑ 3412/1991 οπ. ανωτ. ΕΑ 7232/1989 αδημ.). Ετσι η έννοια     του διαδίκου που προσδιορίζεται τόσο με το τυπικό όσο και με το ουσιαστικό     κριτήριο, προσλαμβάνεται στην εκούσια δικαιοδοσία κατά τον ακόλουθο τρόπο: α)     με την υποβολή αιτήσεως περί εκδικάσεως ορισμένης υποθέσεως της εκούσιας     δικαιοδοσίας, β) με την κλήτευση τρίτων στη διαδικασία κατόπιν διαταγής του     αρμόδιου δικαστηρίου (άρθρο 748 § 3 ΚΠολΔ), γ) με την προσεπίκληση τρίτων     κατόπιν πρωτοβουλίας του διαδίκου ή αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθρο     753 ΚΠολΔ), δ) με την άσκηση τριτανακοπής (άρθρα 773, 583 επομ. ΚΠολΔ), ε) με     την άσκηση κύριας ή πρόσθετης παρεμβάσεως (βλ. ΑΠ 646/197 ΝοΒ 24.50, ΕΑ     8210/1980 ΝοΒ 29.564, ΕΑ 10018/1986 ΝοΒ 35.551, ΕΑ 4455/1974, Δίκη 5.532 με     σχόλια Κ. Μπέη, ΕφΑΘ 4017/1988 αδημ., F. Baur, Die Freiwillige     Gerichtsbarkeit; 1o βιβλίο § 12 σελ. 12). Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου     761 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, δικαίωμα να     ασκήσουν έφεση έχουν ο αιτών, ο τρίτος που κλητεύθηκε από το δικαστήριο,     ανεξάρτητα από το αν απευθύνεται εναντίον του η αίτηση, οι προσεπικαλούμενοι     και οι πρόσθετοι ή κύρια παρεμβάντες καθώς και ο εισαγγελέας Πρωτοδικών.     Eφεση κατ` αποφάσεως που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας     δικαιοδοσίας δικαιούται να ασκήσει ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών ανεξάρτητα από το     αν υπήρξε ή όχι πρωτοδίκως διάδικος και τούτο λόγω της φύσης των υπαγομένων     στη διαδικασία αυτή υποθέσεων, οι οποίες ενδιαφέρουν κατά κανόνα τη δημόσια     τάξη, η περιφρούρηση της οποίας περιλαμβάνεται στα καθήκοντα της εισαγγελικής     αρχής. Ο εισαγγελέας δεν είναι ομόδικος κανενός από τους αρχικούς διαδίκους,     αλλά έχει εντελώς ανεξάρτητη θέση, ως εκπρόσωπος της Πολιτείας (βλ.     Σινανιώτου, Ειδικαί διαδικασίαι σελ. 26, Κ. Μπέη, Πολ. Δικ. Τεύχος, 12 σελ.     98, τον ίδιο, Παρατηρήσεις στη Δίκη 22.848-849 Σ. Πατεράκη, Διαδικαστικά     προβλήματα ειδικών διαδικασιών της πρωτοβάθμιας δίκης, Δίκη 22 σελ. 25 επομ.     (30), Stein - Jonas - Schlosser § 634 I).       Περαιτέρω με το άρθρο 95 του Ν. 2071/1992 (Εκσυγχρονισμός και Οργάνωση     Συστήματος Υγείας) ρυθμίζονται οι προϋποθέσεις της ακούσιας νοσηλείας δηλαδή,     της χωρίς τη συγκατάθεση του ασθενή εισαγωγής και παραμονής του για θεραπεία,     σε κατάλληλη Μονάδα Ψυχικής Υγείας. Με την § 1 του άρθρου 96 του ίδιου νόμου,     που ρυθμίζει τη διαδικασία εισαγωγής για ακούσια νοσηλεία, ορίζεται ότι την     ακούσια νοσηλεία του φερομένου στην αίτηση ως ασθενή, μπορούν να ζητήσουν ο     σύζυγος του ή συγγενής σε ευθεία γραμμή απεριόριστα ή συγγενής εκ πλαγίου     μέχρι και το δεύτερο βαθμό ή όποιος έχει την επιμέλεια του προσώπου του ή ο     επίτροπος του δικαστικά απαγορευμένου. Εάν δεν υπάρχει κανένα από τα πρόσωπα     αυτά, σε επείγουσα περίπτωση, την ακούσια νοσηλεία μπορεί αν ζητήσει και     αυτεπάγγελτα ο εισαγγελέας πρωτοδικών του τόπου κατοικίας ή διαμονής του     ασθενή. Η αίτηση για την ακούσια νοσηλεία σύμφωνα με την § 2 του ίδιου     άρθρου, απευθύνεται στον εισαγγελέα πρωτοδικών του τόπου της κατοικίας ή     διαμονής του προσώπου, που φέρεται στην αίτηση ως ασθενής. Την αίτηση πρέπει     να συνοδεύουν αιτιολογημένες γραπτές γνωματεύσεις δύο ψυχιάτρων ή επί     αδυναμίας δύο ψυχιάτρων, ενός ψυχιάτρου, και ενός ιατρού παρεμφερούς     ειδικότητας, που θα αναφέρονται στις προϋποθέσεις της § 2 του άρθρου 95. Με     τις §§ 4 και 5 του άρθρου 96 ρυθμίζονται περαιτέρω οι ενέργειες στις οποίες     προβαίνει ο εισαγγελέας, αφού διαπιστώσει τη συνδρομή των τυπικών     προϋποθέσεων για ακούσια νοσηλεία. Στην § 6 του ίδιου ανωτέρω άρθρου ορίζεται     περαιτέρω ότι σε τρεις ημέρες από τότε που ο εισαγγελέας πρωτοδικών διέταξε     τη μεταφορά του ασθενή, επιμελούμενος άμα για τη μεταφορά του, ο ίδιος με     αίτηση του ζητεί να επιληφθεί το πολυμελές πρωτοδικείο στο οποίο υπηρετεί,     που συνεδριάζει μέσα σε 10 ημέρες κατά την κρίση του, "κεκλεισμένων των     θυρών", ώστε να προστατεύεται η ιδιωτική ζωή του ασθενή. Στη συνεδρίαση     καλείται πριν 48 ώρες και ο ασθενής, ο οποίος δικαιούται να παραστεί με     δικηγόρο και με ψυχίατρο ως τεχνικό σύμβουλο. Οι ανωτέρω προθεσμίες δύνανται     να συντμηθούν σε περίπτωση επικινδυνότητας του φερόμενου ως ασθενή. Το     δικαστήριο, σύμφωνα με την § 7 του ίδιου άρθρου δικάζει με τη διαδικασία της     εκούσιας δικαιοδοσίας και η απόφαση του, κατά την § 8, πρέπει να είναι ειδικά     αιτιολογημένη. Με το άρθρο 97 του ίδιου ανωτέρω νόμου ορίζεται ότι κατά της     απόφασης του πρωτοδικείου χωρεί έφεση και ανακοπή κατά τις διατάξεις της     πολιτικής δικονομίας. Η έφεση δικάζεται από το Τριμελές Εφετείο,     "κεκλεισμένων των θυρών", μέσα σε 15 ημέρες από την κατάθεση της και το     Εφετείο μπορεί να ζητήσει και νέα γνωμάτευση ψυχίατρου ή ό,τι άλλο θεωρήσει     σκόπιμο.     Στην προκειμένη περίπτωση υπόκειται προς κρίση έφεση κατά της με αριθμόν     1/1996 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία     εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας επί της από 8.10.1996     αιτήσεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών με την οποία (αίτηση) ζητήθηκε,     κατ` άρθρο 96 του Ν. 2071/1992, η ακούσια νοσηλεία του καθού η αίτηση και     τώρα εφεσίβλητου Ν.Σ. σε ψυχιατρικό νοσοκομείο της Αττικής. Η αίτηση του     Εισαγγελέα για ακούσια νοσηλεία, του τώρα εφεσίβλητου, απορρίφθηκε με την     εκκαλουμένη απόφαση ως ουσιαστικά αβάσιμη και διατάχθηκε η άμεση έξοδος του     εφεσίβλητου από το νοσοκομείο. Την απόφαση αυτή προσβάλλει με την κρινόμενη     έφεση η σύζυγος του καθού η αίτηση και τώρα εφεσίβλητου, επικαλούμενη ότι     λόγω της τηλεφωνικής κλητεύσεώς της να εμφανισθεί στη συζήτηση της αιτήσεως     επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και μάλιστα ελάχιστες ώρες πριν     από τη συζήτηση, δεν μπόρεσε να παραστεί με νομικό συμπαραστάτη και ψυχίατρο     - τεχνικό σύμβουλο. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, κατά την άποψη της εκκαλούσας να     στερηθεί α) του δικαιώματος της να ζητήσει ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη του     συζύγου της ή έστω εξέτασή του και από άλλους ψυχιάτρους καθώς και να ζητήσει     επίδειξη διαφόρων ιατρικών εγγράφων τα οποία κατέχει ή μπορεί να ζητήσει,     λόγω του ιατρικού απορρήτου μόνο ο σύζυγος της, β) της δυνατότητας της ν`     αποδείξει τις διάφορες πράξεις βίας ή απειλές πράξεων βίας, στις οποίες έχει     ήδη προβεί και δύναται να προβεί εναντίον της, των κοινών τέκνων τους και     τρίτων συγκεκριμένων προσώπων, αλλά και αυτού του ίδιου του εαυτού του.     Επικαλούμενη περαιτέρω η εκκαλούσα ότι έχει προφανές έννομο συμφέρον και ότι     νομιμοποιείται για την άσκηση της κρινόμενης έφεσης ως σύζυγος και αιτούσα     πρωτοδίκως μέσω του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών την ακούσια νοσηλεία του     εφεσίβλητου ασθενούς συζύγου της και περαιτέρω ως κληθείσα τηλεφωνικώς και     καταθέσασα, διώκει την εξαφάνιση της εκκαλουμένης για να γίνει δεκτή η     αίτηση του Εισαγγελέα και να διαταχθεί η άμεση επανεισαγωγή του εφεσίβλητου     συζύγου της στο Αιγινήτειο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Αθηνών και η συνέχιση     της ακούσιας νοσηλείας του προς αποκατάσταση της υγείας του. Με το ιστορικό     αυτό και αίτημα η κρινόμενη έφεση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη για έλλειψη     ενεργητικής νομιμοποιήσεως της εκκαλούσας. Από τα στοιχεία της δικογραφίας     δεν προκύπτει ότι διατάχθηκε η κλήτευση της τώρα εκκαλούσας κατ` εφαρμογή της     § 3 του άρθρου 748 ΚΠολΔ με κοινοποίηση αντιγράφου της αίτησης του Εισαγγελέα     Πρωτοδικών Αθηνών στο οποίο να σημειώνεται ο προσδιορισμός της δικασίμου.     Οπως αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας η ιδιότητα του διαδίκου στην     προκειμένη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας αποκτάται, μεταξύ άλλων και     με κλήση ύστερα από διαταγή του δικαστηρίου. Κατά την § 3 του άρθρου 748, ο     κατά την § 1 αρμόδιος δικαστής μπορεί να διατάξει την κλήτευση τρίτων     προσώπων που έχουν έννομο συμφέρον στην έκβαση της δίκης, για το οποίο     συνάγονται ενδείξεις από το περιεχόμενο του δικογράφου της αίτησης, η οποία     γίνεται με την κοινοποίηση αντιγράφου της αίτησης, στο οποίο σημειώνεται ο     προσδιορισμός δικασίμου. Από το νόμο δεν υπάρχει χρονική οριοθέτηση ως προς     την κλήτευση του τρίτου που έχει έννομο συμφέρον στην έκβαση της δίκης. Η     διαταγή, επομένως, για κλήτευση του τρίτου μπορεί να δοθεί είτε κατά το     στάδιο της προδικασίας από το δικαστή που ορίζει δικάσιμο, είτε μεταγενέστερα     κατά την κύρια διαδικασία με την έκδοση παρεμπίπτουσας αποφάσεως από το     δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 753 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση η     εκκαλούσα επικαλείται με το δικόγραφο της κρινόμενης έφεσης ότι κλήθηκε     τηλεφωνικώς να εμφανισθεί ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και     μάλιστα ελάχιστες ώρες πριν τη συζήτηση της ανωτέρω αιτήσεως του Εισαγγελέως     Πρωτοδικών Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση. Η αιτούσα     δεν αναφέρει στο δικόγραφο της εφέσεως από ποιον έγινε η τηλεφωνική κλήτευση     αυτής. Για πρώτη φορά με προσθήκη στις εγγραφές αυτής προτάσεις που     κατατέθηκε μετά τη συζήτηση της εφέσεως επικαλείται ότι η τηλεφωνική κλήτευση     αυτής έγινε κατ` εντολή της Προέδρου του δικάσαντος Πρωτοδικείου Αθηνών. Στα     ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά αναφέρεται ότι η τώρα     εκκαλούσα κλήθηκε ενώπιον του δικάσαντος ανωτέρω δικαστηρίου για να εξετασθεί     ως μάρτυς. Στην εκκαλουμένη απόφαση γίνεται επίσης μνεία ότι λήφθηκε υπόψη     μεταξύ άλλων και η κατάθεση της συζύγου του ασθενούς. Προδήλως κατ` εφαρμογή     των διατάξεων των άρθρων 744 και 759 § 3 ΚΠολΔ που καθιερώνουν το ανακριτικό     σύστημα στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας η τώρα εκκαλούσα κλητεύθηκε     τηλεφωνικώς, κατ` εντολήν της Προέδρου του δικάσαντος δικαστηρίου, για να     εξετασθεί ως μάρτυρας. Μόνη όμως η μνεία στην εκκαλουμένη απόφαση ότι η     αιτούσα εξετάσθηκε ως μάρτυρας δεν αρκεί για να προσδώσει σ` αυτήν την έννοια     του διαδίκου, ώστε να νομιμοποιείται για την άσκηση της κρινόμενης έφεσης. Η     τηλεφωνική πρόσκληση της εκκαλούσας να εξετασθεί ως μάρτυρας δεν μπορεί να     θεωρηθεί ως κλήτευση, κατ` εφαρμογή της ΚΠολΔ 748 § 3 ούτε ως προσεπίκληση     κατά την ΚΠολΔ 753. Η εκκαλούσα, παρά τη νομότυπη κλήτευση αυτής, μπορούσε να     ασκήσει πρόσθετη υπέρ του αιτούντος εισαγγελέα παρέμβαση, κατά τη συζήτηση     στο ακροατήριο, χωρίς προδικασία και να αποκτήσει την ιδιότητα του διαδίκου,     το οποίο όμως δεν έπραξε. Διάδικος στην πρωτόδικη δίκη δεν μπορεί να θεωρηθεί     η εκκαλούσα και εκ μόνου του γεγονότος ότι κατ` εφαρμογή του άρθρου 96 του ν.     2071/1992 ζήτησε την ακούσια νοσηλεία του τώρα εφεσίβλητου συζύγου της, με     αίτηση της απευθυνόμενη στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών.     Κατ` ακολουθία όλων των προεκτεθέντων η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί     ως απαράδεκτη εφόσον η εκκαλούσα δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των προσώπων που    έχουν δικαίωμα να ασκήσουν έφεση κατά το άρθρο 761 ΚπολΔ.    ΠολΠρΘεσ 7124/1993, Αρμενόπουλος 1994, σελ. 965, με παρατηρήσεις Αχ. Κουτσουράδη, Αρμ 1994 σελ. 966    Πρόεδρος: Γεώργιος Παπαηλιάδης (εισηγητής).    Δικαστές: Α. Τυρανίδου, Β. Σεβδά.    Εισαγγελέας: Α. Τζώρτη.    Από το από 26.7.1993 αποδεικτικό επιδόσεως του επιμελητή Δικαστηρίων    της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης Μ.Ι., που προσκομίζει και    επικαλείται ο αιτών Εισαγγελέας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, προκύπτει ότι    πιστό αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και    κλήση προς συζήτηση για τη σημερινή δικάσιμο ε πιδόθηκε νομότυπα και    εμπρόθεσμα για τον καθ'ού στον θεράποντα ιατρό του (άρθρα 122 παρ. 1,    123, 131 ΚΠολΔ) Ο καθ'ού όμως δεν εμφανίσθηκε στη δικάσιμο αυτήν, κατά    την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου και συνεπώς    πρέπει να δικασθεί ερήμην. Το Δικαστήριο ωστόσο πρέπει να προχωρήσει    στη συζήτηση της υποθέσεως ως να ήσαν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο    754 παρ. 2 του ΚΠολΔ).    Με την αίτηση που κρίνεται ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης    ζητεί να διαταχθεί η ακούσια νοσηλεία του Α.Σ. του Γ., κατοίκου    Θεσσαλονίκης, στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, επειδή πάσχει από    ψυχική διαταραχή και συγκεκριμένα από επιθετική συμπεριφορά και    επιπλέον επειδή συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις.    Η αίτηση παραδεκτώς εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, για να    ζητηθεί κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 96 παρ.    6,7 του ν. 2071/1992) και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των    άρθρων 95 επ. του προαναφερόμενου νόμου. Επομένως, πρέπει να εξετασθεί    περαιτέρω, για να κριθεί αν είναι βάσιμη και από την ουσιαστική της    άποψη.    Από τα προσκομιζόμενα έγγραφα και ειδικότερα από την από 16.7.1993    ιατρική γνωμάτευση των ψυχιάτρικων-ιατρών Α.Α. και Δ.Σ., Επιμελητών    Β'του ΕΣΥ, αποδεικνύεται ότι ο Σ.Α. του Γ., κάτοικος Θεσσαλονίκης,    πάσχει από επιθετική συμπεριφορά επί εδάφους χρονίου αλκοολισμού και    ότι από την πάθησή του αυτήν είναι επίκυνδυνος για τον εαυτό του και    για τους άλλους. Η νοσηλεία του είναι απαραίτητη για να αποτραπούν    πράξεις βίας κατά του ιδίου ή τρίτου. Εξάλλου, εξαιτίας της καταστάσεως    της ψυχικήας του υγέιας, ο ασθνεής δεν είναι ικανός να κρίνει για το    συμφέρον της υγείας του και, συνεπώς, η έλλειψη νοσηλείας του θα έχει    ως αποτέλεσμα είτε να αποκλεισθεί η θεραπεία του, είτε να επιδεινωθεί η    κατάσταση της υγείας του. Επομένως, εφόσον συντρέχουν όλες οι νόμιμες    προϋποθέσεις της ακούσιας νοσηλείας αυτού, πρέπει να γίνει δεκτή η    αίτηση ως και ουσιαστικά βάσιμη και αν διαταχθεί η ακούσια νοσηλεία του    ασθεντούς καθ'ού στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης.    ΓνωμοδΕισΑΠ 19/1996 (Η.Σπυρόπουλος), Ποινικά Χρονικά 1996, σελ. 1343    Μετά από σχετική άτυπη σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε στο Ψ.Ν.Α. την&lt;br /&gt;13.6.1996 και την αξιολόγηση των απόψεων που διατυπώθηκαν σ' αυτή, η&lt;br /&gt;Εισαγγελία του Αρείου Πάγου θεωρεί αναγκαίο να αντικαταστήσει την&lt;br /&gt;προηγούμενη 504/εγκ. 2/13.2.1996 εγκύκλιό της περί της εφαρμογής των&lt;br /&gt;άρθρων 95-100 Ν. 2071/1992, επιφέροντας με την παρούσα τις επιβαλλόμενες&lt;br /&gt;συμπληρώσεις και διευκρινίσεις σ' εκείνη, για την ορθότερη αντιμετώπιση&lt;br /&gt;των προβλημάτων που ανακύπτουν κατά την διαδικασία της ακούσιας&lt;br /&gt;νοσηλείας.&lt;br /&gt;I. Ο Ν. 2071/1992 "Εκσυγχρονισμός και Οργάνωση συστήματος Υγείας"&lt;br /&gt;περιέχει στα άρθρα 94-101 διατάξεις για την εκούσια (με την συγκατάθεση&lt;br /&gt;του ασθενή) και την ακούσια (χωρίς την συγκατάθεσή του) νοσηλεία του&lt;br /&gt;ασθενή σε κατάλληλη Μονάδα Ψυχικής Υγείας. Για την ακούσια νοσηλεία&lt;br /&gt;τίθεται ως προϋπόθεση, πλην του ότι πρόκειται για πρόσωπο που πάσχει από&lt;br /&gt;ψυχική διαταραχή, α) είτε να μην είναι τούτο ικανό να κρίνει για το&lt;br /&gt;συμφέρον της υγείας του και να προβλέπεται διαφορετικά ο αποκλεισμός της&lt;br /&gt;θεραπείας του ή η επιδείνωση της υγείας του και β) είτε η ανάγκη&lt;br /&gt;υποβολής του ασθενή σε νοσηλεία για την αποτροπή πράξεων βίας κατά του&lt;br /&gt;ιδίου ή τρίτων. Αφετέρου, πριν από τον νόμο αυτό οι διατάξεις των άρθρων&lt;br /&gt;4 και 5 Ν.Δ. 104/1972 και η Α2β/οικ. 5345/4.11.1978 απόφαση του&lt;br /&gt;Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών ρύθμιζαν την εκούσια νοσηλεία Ψυχοπαθών,&lt;br /&gt;αλλά και την αναγκαστική νοσηλεία επικίνδυνων Ψυχοπαθών. Από την&lt;br /&gt;αντιπαραβολή των σχετικών διατάξεων προκύπτει ότι οι διατάξεις του Ν.&lt;br /&gt;2071/1992 υπερκαλύπτουν εκείνες του Ν.Δ. 104/1972.&lt;br /&gt;II. Κατά το άρθρο 132 Ν. 2071/1992 καταργούνται από την δημοσίευση&lt;br /&gt;του νόμου αυτού, πλην των διατάξεων διαφόρων νόμων, στους οποίους δεν&lt;br /&gt;περιλαμβάνονται και τα άρθρα 4 και 5 του Ν.Δ. 104/1972, " κάθε γενική ή&lt;br /&gt;ειδική διάταξη που είναι αντίθετη στις διατάξεις του Νόμου αυτού ή&lt;br /&gt;ρυθμίζει διαφορετικά θέματα του νόμου αυτού". Σύμφωνα με την ειδική&lt;br /&gt;διάταξη αυτή, αλλά και κατά τον γενικό ερμηνευτικό κανόνα, ότι ο&lt;br /&gt;νεότερος νόμος καταργεί σιωπηρά τον παλαιότερο στην έκταση που ρυθμίζει&lt;br /&gt;το θέμα που ρύθμιζε εκείνος (άρθρο 2 Α. Κώδικα - Γ. Μπαλή, Γενικαί αρχαί&lt;br /&gt;παρ. 2 έκδ. 1948), εφόσον τα άρθρα 95-100 του Ν. 2071/1992 ρυθμίζουν&lt;br /&gt;πλήρως το θέμα της ακούσιας νοσηλείας εκείνων που πάσχουν από Ψυχική&lt;br /&gt;διαταραχή, έχουν καταργηθεί "σιωπηρά" με τις διατάξεις των άρθρων αυτών&lt;br /&gt;τα άρθρα 4 και 5 Ν.Δ. 104/1972 που ρύθμιζαν το ίδιο θέμα της&lt;br /&gt;αναγκαστικής νοσηλείας Ψυχοπαθών.&lt;br /&gt;III. Αφετέρου, ενώ στην εισηγητική έκθεση του Ν. 2071/1992 δεν&lt;br /&gt;γίνεται ρητή μνεία περί καταργήσεως του ΝΔ 104/1972, επισημαίνεται&lt;br /&gt;σχετικά α) ως προς την αντιμετώπιση γενικά των Ψυχοπαθών, ότι οι&lt;br /&gt;σχετικές διατάξεις αποσκοπούν στην "υλοποίηση της Ψυχιατρικής&lt;br /&gt;μεταρρυθμίσεως".. β) ως προς το άρθρ. 93 "το Ν.Δ. 104/1972 αγνοεί&lt;br /&gt;θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου για σεβασμό της αξιοπρέπειας και της&lt;br /&gt;ελευθερίας. Για να είναι όμως δυνατή η επαγγελματική κατάρτιση και η&lt;br /&gt;επανένταξη των ασθενών στην κοινωνία είναι απαραίτητο να ρυθμισθούν&lt;br /&gt;τουλάχιστον, τόσο οι προϋποθέσεις και ο χρόνος ακούσιας νοσηλείας με&lt;br /&gt;δικαστικές εγγυήσεις των ατομικών ελευθεριών". Ετσι, ανεξάρτητα προς την&lt;br /&gt;μη ρητή κατάργηση του Ν.Δ. 104/1972, η αναφορά σ' αυτόν ως νόμο&lt;br /&gt;αναχρονιστικό και μη προστατευτικό θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου,&lt;br /&gt;έχει την έννοια: ότι ο προστατευτικός των δικαιωμάτων αυτών νέος νόμος&lt;br /&gt;καταργεί τον προαναφερόμενο παλαιότερο.&lt;br /&gt;ΙV. Ως εκ περισσού επισημαίνω ότι οι διατυπώσεις που καθιερώνουν οι&lt;br /&gt;ανωτέρω διατάξεις του Ν. 2071/1992, για την εισαγωγή του ασθενούς στην&lt;br /&gt;Μονάδα Ψυχικής Υγείας, την επικύρωση της σχετικής διατάξεως του&lt;br /&gt;Εισαγγελέα Πρωτοδικών από το Πολυμελές Πρωτοδικείο, τα κατά της&lt;br /&gt;αποφάσεως αυτής ένδικα μέσα και την διαδικασία ελέγχου της νοσηλείας, σε&lt;br /&gt;καμιά περίπτωση δεν καθιστούν αδύνατη ή δυσχερή την εφαρμογή του νόμου&lt;br /&gt;αυτού, όπως εσφαλμένα υποστηρίζεται. Αφετέρου τυχόν κενά στις διατάξεις&lt;br /&gt;αυτές του Ν. 2071/1992 θα πληρωθούν με την ορθή ερμηνεία τους, όπως&lt;br /&gt;συμβαίνει με κάθε νόμο. Ειδικότερα σημειώνω:&lt;br /&gt;α) Οτι οι Εισαγγελείς Πρωτοδικών επιβάλλεται να υποδείξουν στους&lt;br /&gt;οικείους Ιατρικούς Συλλόγους την υποχρέωση καταρτίσεως ειδικού καταλόγου&lt;br /&gt;(άρθρο 96 παρ. 3 Ν. 2071/1992) από τον οποίο θα προέρχονται καταρχήν οι&lt;br /&gt;γιατροί που θα παρέχουν τις πιστοποιήσεις περί της ανάγκης ακούσιας&lt;br /&gt;νοσηλείας.&lt;br /&gt;β) Οτι οι Ιατρικές πιστοποιήσεις των δύο γιατρών μπορεί να είναι σε&lt;br /&gt;κοινό έγγραφο ή σε ιδιαίτερο έγγραφο κάθε μία, επιβάλλεται όμως να είναι&lt;br /&gt;αιτιολογημένες, να περιέχουν δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά&lt;br /&gt;(εκδηλώσεις νόσου και τυχόν πράξεων βίας, νοσηλεία άλλοτε, που και&lt;br /&gt;γιατί, για ποιό λόγο δεν είναι δυνατή η εκτός νοσοκομείου νοσηλεία,&lt;br /&gt;συμπέρασμα περί της ασθενείας και η επιστημονική θεμελίωση της κ.λπ.).&lt;br /&gt;γ) Στην Μονάδα Ψυχικής Υγείας θα συντάσσεται πρακτικό, υπόδειγμα&lt;br /&gt;του οποίου επισυνάπτω, στο οποίο θα βεβαιώνεται ότι ανακοινώθηκαν στον&lt;br /&gt;ασθενή τα δικαιώματά του και ιδίως το δικαίωμά του α) να κληθεί ενώπιον&lt;br /&gt;του Πολυμελούς Πρωτοδικείου για την επικύρωση της εισαγγελικής πράξεως&lt;br /&gt;για τον εγκλεισμό του, β) να ασκήσει έφεση ή ανακοπή κατά της αποφάσεως&lt;br /&gt;του Δικαστηρίου αυτού, γ) να εξετασθεί ιατρικώς μετά τρίμηνο από την&lt;br /&gt;εισαγωγή για να κριθεί εάν συντρέχει λόγος περαιτέρω νοσηλείας και δ) να&lt;br /&gt;εξέλθει του νοσοκομείου μετά εξάμηνο, εκτός εάν κατά την προβλεπόμενη&lt;br /&gt;διαδικασία κριθεί ότι επιβάλλεται η περαιτέρω νοσηλεία. Σε καταφατική&lt;br /&gt;περίπτωση, θα ακολουθεί ο μετά το τρίμηνο ιατρικός έλεγχος αλλά και η&lt;br /&gt;απόλυση μετά εξάμηνο, εκτός εάν και πάλι κριθεί αναγκαία η περαιτέρω&lt;br /&gt;νοσηλεία.&lt;br /&gt;V. Ειδικότερα ως προς την μεταγωγή του ασθενούς στο Πολυμελές&lt;br /&gt;Πρωτοδικείο, αυτή μέχρι τότε που θα εκδοθεί Υπουργική απόφαση που θα&lt;br /&gt;ρυθμίζει το θέμα, θα αντιμετωπίζεται τεχνικώς όπως η μεταγωγή του&lt;br /&gt;ασθενούς σε άλλο νοσοκομείο για εξέταση ή νοσηλεία. Εάν η προσαγωγή του&lt;br /&gt;ασθενούς στο δικαστήριο είναι αδύνατη, αυτή θα πραγματοποιείται όταν&lt;br /&gt;είναι δυνατόν. Τόσο στην περίπτωση αυτή, αλλά και σε κάθε περίπτωση που&lt;br /&gt;ο ασθενής δηλώνει, ότι δεν επιθυμεί να προσέλθει στο Δικαστήριο,&lt;br /&gt;συντασσόμενης εκθέσεως που διαβιβάζεται στην Εισαγγελία για να&lt;br /&gt;προσκομιστεί στο Δικαστήριο, επιβάλλεται να ορίζεται μέλος του&lt;br /&gt;δικαστηρίου για να επισκεφθεί τον ασθενή στην Μ.Ψ.Υ. και να ακούσει τις&lt;br /&gt;απόψεις του. Αλλά και ολόκληρο το Πολυμελές Πρωτοδικείο είναι δυνατόν να&lt;br /&gt;κρίνει ενδεδειγμένα την μετάβασή του στην Μ.Ψ.Υ.&lt;br /&gt;VΙ. Είναι αυτονόητο ότι η εφαρμογή του νόμου δημιουργεί υπηρεσιακό&lt;br /&gt;βάρος τόσο στις Εισαγγελίες Πρωτοδικών όσο και στις Μονάδες Ψυχικής&lt;br /&gt;Υγείας. Είναι γνωστό επίσης ότι συχνά ο ασθενής δεν έχει επίγνωση της&lt;br /&gt;καταστάσεως της υγείας του, οι δε οικείοι του λόγω των προβλημάτων που&lt;br /&gt;δημιουργεί η ψυχική ασθένεια, είναι ενδεχόμενο να ενδιαφερθούν για τον&lt;br /&gt;εγκλεισμό του σε Μονάδα Ψυχικής Υγείας και αν ακόμη δεν συντρέχουν οι&lt;br /&gt;όροι του νόμου, ενώ εξάλλου, αδιαφορούν κατά το πλείστον, για την&lt;br /&gt;περαιτέρω τύχη του. Ετσι είναι αναγκαίο να τηρούνται οι όροι που θέτει ο&lt;br /&gt;νόμος για την ακούσια νοσηλεία και να ακολουθείται περαιτέρω η&lt;br /&gt;καθοριζόμενη διαδικασία για τον επανέλεγχο της Υγείας του Ψυχοπαθούς.&lt;br /&gt;Για την γραφειοκρατική αντιμετώπιση της σχετικής διαδικασίας, τόσο από&lt;br /&gt;τις Εισαγγελίες όσο και από τις Μ.Ψ.Υ., επιβάλλεται να χρησιμοποιούνται&lt;br /&gt;τυποποιημένα κατά τα ουσιαστικά και δικονομικά στοιχεία έγγραφα&lt;br /&gt;(εισαγγελική πράξη εγκλεισμού ή μη, έγγραφο προς Ν.Ψ.Υ., ένδικα μέσα,&lt;br /&gt;πρωτόκολλο γνωστοποιήσεως στον ασθενή των δικαιωμάτων του κ.λπ.), τα&lt;br /&gt;οποία θα συμπληρώνονται με τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης&lt;br /&gt;περιπτώσεως.&lt;br /&gt;VΙΙ. Τέλος επιβάλλεται να τηρείται στις Εισαγγελίες Πρωτοδικών α)&lt;br /&gt;ιδιαίτερο Αρχείο με φακέλλους κατά ασθενή, β) βιβλίο ασθενών, στο οποίο&lt;br /&gt;καταχωρούνται οι ασθενείς κατά τη σειρά περιελεύσεως των σχετικών&lt;br /&gt;δικαιολογητικών στην Εισαγγελία και έναντι του ονόματος κάθε ασθενούς θα&lt;br /&gt;καταχωρούνται η εισαγγελική πράξη για την ακούσια νοσηλεία, η σχετική&lt;br /&gt;απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, αλλά και η τυχόν του Εφετείου, το&lt;br /&gt;έγγραφο της Μ.Ψ.Υ. περί διακοπής της νοσηλείας του, καθώς και τα έγγραφα&lt;br /&gt;και οι δικαστικές αποφάσεις για την συνέχιση ή διακοπή της νοσηλείας του&lt;br /&gt;και γ) αλφαβητικό ευρετήριο στο οποίο θα καταχωρούνται οι ασθενείς για&lt;br /&gt;να ανευρίσκεται με ευχέρεια το όνομά τους στο παραπάνω βιβλίο ασθενών.&lt;br /&gt;ΙΙΧ. Παρακαλώ να κοινοποιήσετε την εγκύκλιο αυτή στις Εισαγγελίες&lt;br /&gt;Πρωτοδικών της περιφέρειάς σας και να παρακολουθήσετε την πιστή και ορθή&lt;br /&gt;εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, οι οποίες αφορούν την προσωπική&lt;br /&gt;ελευθερία του ατόμου, σχετικά προς την οποία είναι δυνατόν να συμβούν&lt;br /&gt;καταχρήσεις σχετικά με των ασθενών για τους οποίους πρόκειται      Εγκύκλιος Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου 504/1994   ΘΕΜΑ: Εφαρμογή διατάξεων άρθρ. 95-100 Ν.2971/92 για την ακούσια εισαγωγή&lt;br /&gt;Ψυχοπαθών στα Ψυχιατρεία&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Προς: Τους κ.κ. Εισαγγελείς Εφετών&lt;br /&gt;ΚΟΙΝ: 1. Υπουργείο Δικαιοσύνης&lt;br /&gt;Τμήμα Ειδικών Ποιν. Υποθέσεων&lt;br /&gt;Έγγραφα 73118/27.6.95, 116386/12.10.95,&lt;br /&gt;66800/27.6.95, 13618/17.11.95.&lt;br /&gt;2. Υπουργείο Υγείας, Πρόνοιας&lt;br /&gt;και Κοιν. Ασφαλίσεων&lt;br /&gt;Δ/νση Ψυχικής Υγείας Έγγραφο της Δ.Ψ.Υ/2553/30.12&lt;br /&gt;3. Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών&lt;br /&gt;'Εγγραφα 40905/1.11.1993 και&lt;br /&gt;49030/18.9.95 και συνημμένη&lt;br /&gt;από 15.9.95 αναφορά Εισ.Πρωτοδικών&lt;br /&gt;Αναστασίου Κανελλόπουλου&lt;br /&gt;4. Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής Χαϊδάρι&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Επειδή έχουν δημιουργηθεί αμφιβολίες ως προς τις διατάξεις που πρέπει να&lt;br /&gt;εφαρμόζονται για την ακούσια εισαγωγή ψυχοπαθών σε κατάλληλη Μονάδα Ψυχικής&lt;br /&gt;Υγείας, η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, σύμφωνα προς το άρθρο 24 §§ 4 και 5α&lt;br /&gt;Ν.1756/1988, παρέχει τις ακόλουθες οδηγίες, για να τις γνωστοποιήσετε περαιτέρω&lt;br /&gt;στις Εισαγγελίες Πρωτοδικών της περιφερείας σας και να εποπτεύσετε γι την&lt;br /&gt;προσήκουσα εφαρμογή τους.&lt;br /&gt;Ι. Ο Ν. 2071/1992 "Εκσυγχρονισμός και Οργάνωση συστήματος Υγείας" περιέχει&lt;br /&gt;στα άρθρα 94-101 διατάξει για την εκούσια (με την συγκατάθεση του ασθενή) και&lt;br /&gt;την ακούσια (χωρίς την συγκατάθεσή του) νοσηλεία του ασθενή σε κατάλληλη Μονάδα&lt;br /&gt;Ψυχικής Υγείας. Για την ακούσια νοσηλεία τίθεται ως προϋπόθεση, πλην του ότι&lt;br /&gt;πρόκειται για πρόσωπο που πάσχει από ψυχική διαταραχή, να μην είναι τούτο ικανό&lt;br /&gt;να κρίνει για το συμφέρον της υγείας του και να προβλέπεται διαφορετικά ο&lt;br /&gt;αποκλεισμός της θεραπείας του ή η επιδείνωση της υγείας του, και η ανάγκη&lt;br /&gt;υποβολής του ασθενή σε νοσηλεία για την αποτροπή πράξεων βίας κατά του ιδίου ή&lt;br /&gt;τρίτων. Αφετέρου, πριν από τον νόμο αυτό οι διατάξεις των άρθρων 4 και 5 Ν.Δ.&lt;br /&gt;104/1972 και η Α2β/οικ. 5345/4.11.1978 απόφαση του Υπουργείου Κοινωνικών&lt;br /&gt;Υπηρεσιών ρύθμιζαν την εκούσια νοσηλεία Ψυχοπαθών, αλλά και την αναγκαστική&lt;br /&gt;νοσηλεία επικίνδυνων Ψυχοπαθών. Από την αντιπαραβολή των σχετικών διατάξεων&lt;br /&gt;προκύπτει ότι οι διατάξεις του Ν. 2071/1992 υπερκαλύπτουν εκείνες του Ν.Α.&lt;br /&gt;104/1972.&lt;br /&gt;II. Κατά το άρθρο 132 Ν. 2071/1992 καταργούνται από την δημοσίευση του νόμου&lt;br /&gt;αυτού, πλην των διατάξεων διαφόρων νόμων, στους οποίους δεν περιλαμβάνονται&lt;br /&gt;και τα άρθρα 4 και 5 του Ν.Δ. 104/1972, "κάθε γενική ή ειδική διάταξη που είναι&lt;br /&gt;αντίθετη στις διατάξεις του Νόμου αυτού ή ρυθμίζει διαφορετικά θέματα του&lt;br /&gt;νόμου αυτού". Σύμφωνα με την ειδική διάταξη αυτή, αλλά και κατά τον γενικό&lt;br /&gt;ερμηνευτικό κανόνα, ότι ο νεότερος νόμος καταργεί σιωπηρά τον παλαιότερο στην&lt;br /&gt;έκταση που ρυθμίζει το θέμα που ρύθμιζε εκείνος (άρθρο 2 Α. Κώδικα-Γ. Μπαλή&lt;br /&gt;Γενικαί αρχαί § 2 εκδ. 1948), τα άρθρα 94-100 του Ν. 2071/1992, τα οποία&lt;br /&gt;ρυθμίζουν το θέμα της ακουσίας νοσηλείας εκείνων που πάσχουν από Ψυχική&lt;br /&gt;διαταραχή, και υπάρχει προοπτική να τελέσουν πράξεις βίας κατά των ιδίων ή&lt;br /&gt;τρίτων, έχουν καταργήσει "σιωπηρά" τα άρθρα 4 και 5 Ν.Δ. 104/1972 που ρύθμιζαν&lt;br /&gt;το ίδιο θέμα της αναγκαστικής νοσηλείας των επικίνδυνων στη δημόσια τάξη ή&lt;br /&gt;προσωπική ασφάλεια των πολιτών ή των ίδιων ψυχοπαθών.&lt;br /&gt;III. Αφετέρου ενώ στην εισηγητική έκθεση του Ν. 2071/1992 δεν διαλαμβάνεται&lt;br /&gt;ρητώς η κατάργηση του ΝΔ 104/1972, επισημαίνεται σχετικά α) προς την&lt;br /&gt;αντιμετώπιση γενικά των ψυχοπαθών, ότι οι σχετικές διατάξεις αποσκοπούν στην&lt;br /&gt;"υλοποίηση της ψυχιατρικής μεταρρυθμίσεως", β) σχετικά προς το άρθρο 93 "το ΝΔ&lt;br /&gt;104/1972 αγνοεί θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου για σεβασμό της αξιοπρέπειας&lt;br /&gt;και της ελευθερίας. Για να είναι όμως δυνατή η επαγγελματική κατάρτιση και η&lt;br /&gt;επανένταξη των ασθενών στην κοινωνία είναι απαραίτητο να ρυθμισθούν&lt;br /&gt;τουλάχιστον, τόσο οι προϋποθέσεις και ο χρόνος ακούσιας νοσηλείας με δικαστικές&lt;br /&gt;εγγυήσεις των ατομικών ελευθεριών". 'Ετσι, ανεξάρτητα προς την μη ρητή&lt;br /&gt;κατάργηση του Ν.Δ. 104/1972 η αναφορά σ' αυτόν ως νόμο αναχρονιστικό και μη&lt;br /&gt;προστατευτικό θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου, έχει την έννοια ότι ο&lt;br /&gt;προστατευτικός των δικαιωμάτων αυτών νέος νόμος καταργεί τον προαναφερόμενο&lt;br /&gt;παλαιότερο.&lt;br /&gt;IV. Επομένως για την ακούσια εισαγωγή σε Μονάδα Ψυχικής Υγιεινής προσώπων&lt;br /&gt;που πάσχουν από ψυχιατρική διαταραχή και δεν είναι ικανά να κρίνουν το συμφέρον&lt;br /&gt;της υγείας τους, η έλλειψη δε νοσηλείας τους θα αποκλείσει την θεραπεία τους η&lt;br /&gt;θα επιδεινώσει την υγεία τους και η νοσηλεία τους είναι απαραίτητη για να&lt;br /&gt;αποτραπούν πράξεις βίας κατά των ίδιων ή κατά τρίτων, εφαρμόζονται οι διατάξεις&lt;br /&gt;των άρθρων 95-100 του Ν. 2071/1992.&lt;br /&gt;V. Ως εκ περισσού επισημαίνω ότι οι διατυπώσεις που καθιερώνουν οι ανωτέρω&lt;br /&gt;διατάξεις του Ν. 2071/1992, για την εισαγωγή του ασθενούς στην Μονάδα Ψυχικής&lt;br /&gt;Υγείας, την επικύρωση της σχετικής διατάξεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών από το&lt;br /&gt;Μονομελές Πρωτοδικείο , τα κατά της αποφάσεως αυτής ένδικα μέσα και την&lt;br /&gt;διαδικασία ελέγχου της νοσηλείας, σε καμιά περίπτωση δεν καθιστούν αδύνατη ή&lt;br /&gt;δυσχερή την εφαρμογή του νόμου αυτού, όπως εσφαλμένα υποστηρίζεται. Αφετέρου&lt;br /&gt;τυχόν κενά στις διατάξεις αυτές του Ν. 2071/1992 θα πληρωθούν με την ορθή&lt;br /&gt;ερμηνεία τους, όπως συμβαίνει με κάθε νόμο. Ειδικότερα σημειώνω:&lt;br /&gt;α) 'Οτι οι Εισαγγελείς Πρωτοδικών πρέπει να υποδείξουν στους οικείους&lt;br /&gt;Ιατρικούς Συλλόγους, την σύνταξη ειδικών καταλόγων (άρθρο 96 § 3 Ν. 2071/1992)&lt;br /&gt;από τον οποίο θα προέρχονται καταρχήν οι γιατροί που θα παρέχουν τις&lt;br /&gt;πιστοποιήσεις περί της ανάγκης ακούσιας νοσηλείας, β) Οι ιατρικές πιστοποιήσεις&lt;br /&gt;των δύο γιατρών μπορεί να είναι σε κοινό έγγραφο ή σε ιδιαίτερο έγγραφο κάθε&lt;br /&gt;μία, επιβάλλεται όμως να είναι αιτιολογημένες, να περιέχουν δηλαδή τα&lt;br /&gt;πραγματικά περιστατικά (εκδηλώσεις νόσου και τυχόν πράξεων βίας, νοσηλεία&lt;br /&gt;άλλοτε, που και γιατί, για ποιο λόγο δεν είναι δυνατή η εκτός νοσοκομείου&lt;br /&gt;νοσηλεία, συμπέρασμα περί της ασθένειας και η επιστημονική θεμελίωση της κλπ).&lt;br /&gt;γ) Στην Μονάδα Ψυχικής Υγείας θα συντάσσεται πρακτικό στο οποίο θα&lt;br /&gt;βεβαιώνεται ότι ανακοινώθηκαν στον ασθενή τα δικαιώματα του και ιδίως το&lt;br /&gt;δικαίωμά του α) να κληθεί ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου για την επικύρωση&lt;br /&gt;της εισαγγελικής Πράξεως για τον εγκλεισμό του, β) να ασκήσει έφεση ή ανακοπή&lt;br /&gt;κατά της αποφάσεως του Δικαστηρίου αυτού, γ) να εξετασθεί ιατρικώς μετά τρίμηνο&lt;br /&gt;από την εισαγωγή για να κριθεί εάν συντρέχει λόγος περαιτέρω νοσηλείας και δ)&lt;br /&gt;να εξέλθει του νοσοκομείου μετά εξάμηνο, εκτός εάν κατά την προβλεπομένη&lt;br /&gt;διαδικασία κριθεί ότι επιβάλλεται η περαιτέρω νοσηλεία. Σε καταφατική&lt;br /&gt;περίπτωση, θα ακολουθεί ο μετά το τρίμηνο ιατρικός έλεγχος, αλλά και η απόλυση&lt;br /&gt;μετά εξάμηνο, εκτός εάν και πάλι κριθεί αναγκαία η περαιτέρω νοσηλεία.&lt;br /&gt;VI. Είναι αυτονόητο ότι η εφαρμογή του νόμου δημιουργεί υπηρεσιακό βάρος&lt;br /&gt;τόσο στις Εισαγγελίες Πρωτοδικών όσο και στις Μονάδες Ψυχικής Υγείας. Είναι&lt;br /&gt;γνωστό ότι συχνά ο ασθενής δεν έχει επίγνωση της καταστάσεως της υγείας του, οι&lt;br /&gt;δε οικείοι του λόγω των προβλημάτων που δημιουργεί η ψυχική ασθένεια,&lt;br /&gt;παρατηρείται, σε ικανές περιπτώσεις, να ενδιαφέρονται για τον εγκλεισμό τους σε&lt;br /&gt;Μονάδα Ψυχικής Υγείας και αν ακόμη δεν συντρέχουν οι όροι του νόμου, ενώ&lt;br /&gt;εξάλλου αδιαφορούν κατά το πλείστον, για την περαιτέρω τύχη του. 'Ετσι είναι&lt;br /&gt;αναγκαίο να τηρούνται οι όροι που θέτει ο νέος νόμος για την ακούσια νοσηλεία&lt;br /&gt;του ψυχοπαθούς και να ακολουθείται περαιτέρω η καθοριζόμενη διαδικασία για τον&lt;br /&gt;επανέλεγχο της Υγείας του. Για την γραφειοκρατική αντιμετώπιση της σχετικής&lt;br /&gt;διαδικασίας, τόσο από τις Εισαγγελίες όσο και από τις Μ.Ψ.Υ,, επιβάλλεται να&lt;br /&gt;χρησιμοποιούνται τυποποιημένα κατά τα ουσιαστικά και δικονομικά στοιχεία&lt;br /&gt;έγγραφα (εισαγγελική πράξη εγκλεισμού ή μη, έγγραφο προς Μ.Ψ.Υ., ένδικα μέσα,&lt;br /&gt;πρωτόκολλο γνωστοποιήσεως στον ασθενή των δικαιωμάτων του κλπ), τα οποία θα&lt;br /&gt;συμπληρώνονται με τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης περιπτώσεως.&lt;br /&gt;Τέλος επιβάλλεται να τηρείται στις Εισαγγελίες Πρωτοδικών α) ιδιαίτερο Αρχείο&lt;br /&gt;με φακέλλους κατά ασθενή, β) βιβλίο ασθενών, στο οποίο καταχωρούνται οι&lt;br /&gt;ασθενείς κατά τη σειρά περιελεύσεως των σχετικών δικαιολογητικών στην&lt;br /&gt;Εισαγγελία και έναντι του ονόματος κάθε ασθενούς θα καταχωρούνται η εισαγγελική&lt;br /&gt;πράξη για την ακούσια νοσηλεία, η σχετική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου,&lt;br /&gt;αλλά και η τυχόν του Εφετείου, το έγγραφο της Μ.Ψ.Υ. περί διακοπής της&lt;br /&gt;νοσηλείας του, καθώς και τα έγγραφα και οι δικαστικές αποφάσεις για την&lt;br /&gt;συνέχιση ή διακοπή της νοσηλείας του και γ) αλφαβητικό ευρετήριο στο οποίο θα&lt;br /&gt;καταχωρούνται οι ασθενείς για να ανευρίσκεται με ευχέρεια το όνομά τους στο&lt;br /&gt;παραπάνω βιβλίο ασθενών.&lt;br /&gt;ΙΙΧ. Παρακαλώ να γνωρίσετε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου την λήψη της&lt;br /&gt;εγκυκλίου.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/8808554615712483230-9147941643558852552?l=paratiritiriopsy-psy-n.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://paratiritiriopsy-psy-n.blogspot.com/feeds/9147941643558852552/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=8808554615712483230&amp;postID=9147941643558852552' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/8808554615712483230/posts/default/9147941643558852552'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/8808554615712483230/posts/default/9147941643558852552'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://paratiritiriopsy-psy-n.blogspot.com/2008/05/blog-post.html' title='Νομικά θέματα'/><author><name>παρατηρητήριο</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-8808554615712483230.post-8019265743321920892</id><published>2008-05-04T17:47:00.000-07:00</published><updated>2008-05-04T17:50:13.540-07:00</updated><title type='text'>Σύσταση R83/2</title><content type='html'>α. Σύσταση με αριθμό R83/2 που έγινε αποδεκτή από την Επιτροπή των Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης στις 22 Φεβρουαρίου 1983 (Νομική Προστασία προσώπων που πάσχουν από ψυχική διαταραχή και εισέρχονται ως εκούσιοι πάσχοντες. Legal protection of persons- suffering from mental disorders placed as involuntary patients)    Η Επιτροπή των Υπουργών, σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 156 του Νόμου του Συμβουλίου της Ευρώπης.   Θεωρώντας ότι σκοπός του Συμβουλίου της Ευρώπης είναι η επίτευξη της μέγιστης ενότητας μεταξύ των μελών του, ιδιαίτερα μέσα από την εναρμόνιση των νόμων σε ζητήματα κοινού ενδιαφέροντος.  Έχοντας υπόψη τη Σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και την εφαρμογή της από τα όργανα που έχουν ιδρυθεί στα πλαίσια αυτής της συνθήκης.  Έχοντας υπόψη την πρόταση 818 (1977) της Συμβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με την κατάσταση του ψυχικά αρρώστου.   Θεωρώντας ότι η κοινή δράση σε ευρωπαϊκό επίπεδο θα προάγει την επιθυμητή καλύτερη προστασία των προσώπων που πάσχουν από ψυχική διαταραχή.  Συνιστά στις Κυβερνήσεις των χωρών μελών να προσαρμόσουν τους νόμους τους στους κανόνες που επισυνάπτονται στην πρόταση αυτή ή να υιοθετήσουν άρθρα σύμφωνα με τους κανόνες αυτούς όταν εισάγουν νέα νομοθεσία.   ΚΑΝΟΝΕΣ    ΑΡΘΡΟ 1  1Αυτοί οι κανόνες αφορούν τον ακούσιο εγκλεισμό προσώπων που πάσχουν από ψυχική διαταραχή. Εγκλεισμός που αποφασίστηκε ύστερα από ποινική διαδικασία δεν καλύπτεται από αυτούς τους κανόνες. Όμως οι κανόνες 5,9,10 και 11 ισχύουν και για εγκλεισμό αυτού του είδους.    2.Ακούσιος εγκλεισμός (στο εξής θα αναφέρεται ως «εγκλεισμός) σημαίνει την εισαγωγή και κράτηση για θεραπεία, προσώπου που πάσχει από ψυχική διαταραχή (στο εξής θα αναφέρεται ως «πάσχων» σε νοσοκομείο, σε άλλο ιατρικό ίδρυμα ή κατάλληλο χώρο (στο εξής θα αναφέρεται ως «ίδρυμα») όταν η εισαγωγή αυτή δεν έγινε με δική του αίτηση.  3.Η εισαγωγή ενός αρρώστου για θεραπεία σε ίδρυμα, ύστερα από δική του αίτηση δεν υπάγεται στην δικαιοδοσία αυτών των κανόνων. Όμως οι κανόνες αυτοί ισχύουν στις περιπτώσεις όπου ένας άρρωστος που έχει εισαχθεί αρχικά με δική του αίτηση εξακολουθεί να κρατείται παρά την επιθυμία του να εξέλθει.   ΑΡΘΡΟ 2  Οι ψυχίατροι και οι άλλοι γιατροί, προκειμένου να προσδιορίσουν εάν ένα πρόσωπο πάσχει από ψυχική διαταραχή και χρειάζεται εγκλεισμό ενεργούν, σύμφωνα με τις αρχές της ιατρικής επιστήμης. Η δυσκολία προσαρμογής σε ηθικές, κοινωνικές, πολιτικές ή άλλες αξίες, αυτή καθ’ εαυτή, δεν πρέπει να θεωρείται ως ψυχική διαταραχή.  ΑΡΘΡΟ 3  Εφ’ όσον δεν υπάρχουν άλλα μέσα για την παροχή της κατάλληλης θεραπείας:  Ένας άρρωστος μπορεί να εγκλεισθεί σε ίδρυμα μόνον όταν, εξ αιτίας της ψυχικής του διαταραχής αντιπροσωπεύει ένα σοβαρό κίνδυνο για τον εαυτό του ή για άλλα πρόσωπα.  Τα Κράτη, όμως μπορούν να προβλέψουν επίσης ότι ένας άρρωστος μπορεί να εγκλεισθεί και όταν εξ αιτίας της σοβαρής φύσης της ψυχικής του διαταραχής ο μη εγκλεισμός του θα οδηγούσε σε επιδείνωση της διαταραχής του ή θα παρεμπόδιζε την παροχή της κατάλληλης θεραπείας.   ΑΡΘΡΟ 4  1. Μια απόφαση εγκλεισμού πρέπει να λαμβάνεται από δικαστική ή άλλη κατάλληλη αρχή, προβλεπόμενη από το Νόμο. Σε επείγουσα περίπτωση, ένας άρρωστος μπορεί να εισαχθεί και να κρατηθεί αμέσως σ’ ένα ίδρυμα με απόφαση ενός γιατρού, που κατόπιν πρέπει να ενημερώσει αμέσως την δικαστική ή άλλη αρχή, η οποία πρέπει να πάρει την απόφαση της. Οποιαδήποτε απόφαση της αρμόδιας δικαστικής ή άλλης αρχής για την οποία γίνεται λόγος σ’ αυτή τη παράγραφο, πρέπει να λαμβάνεται ύστερα από ιατρική γνωμάτευση και με απλή και σύντομη διαδικασία.  2. Όταν μια απόφαση εγκλεισμού λαμβάνεται από μη δικαστικό όργανο ή πρόσωπο, αυτό το όργανο ή το πρόσωπο πρέπει να είναι διαφορετικό από αυτό που αρχικά ζήτησε ή πρότεινε τον εγκλεισμό. Ο άρρωστος πρέπει αμέσως να πληροφορείται τα δικαιώματα του και πρέπει να έχει το δικαίωμα να κάνει έφεση σε δικαστήριο το οποίο θα αποφασίσει με μια διαδικασία απλή και σύντομη. Εκτός αυτού, από μιαν αρμόδια αρχή, πρέπει να υποδεικνύεται ένα πρόσωπο, που καθήκον του είναι να βοηθήσει τον άρρωστο να αποφασίσει εάν θα κάνει έφεση, χωρίς περιορισμό του δικαιώματος έφεσης οποιουδήποτε άλλου ενδιαφερομένου προσώπου.   3. Όταν η απόφαση λαμβάνεται από μια δικαστική αρχή ή όταν ασκείται έφεση ενώπιον δικαστικής αρχής, κατά απόφασης εγκλεισμού που έχει ληφθεί από διοικητικό όργανο, ο άρρωστος πρέπει να ενημερώνεται για τα δικαιώματα του και να έχει την πρακτική δυνατότητα να ακουστεί προσωπικά από έναν δικαστή, εκτός εάν ο δικαστής λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση της υγείας του αρρώστου, αποφασίσει να τον ακούσει δι’ αντιπροσώπου. Πρέπει επίσης ο άρρωστος να ενημερώνεται για το δικαίωμα του να προσφύγει κατά της απόφασης που διατάσσει ή επικυρώνει τον εγκλεισμό και εάν το ζητήσει ο ίδιος ή το θεωρήσει πρόσφορο ο δικαστής, πρέπει να έχει το δικαίωμα της συμπαράστασης με νομικό σύμβουλο ή άλλο πρόσωπο.   4. Οι δικαστικές αποφάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 3 πρέπει να υπόκεινται σε έφεση.  ΑΡΘΡΟ 5  1. Ένας άρρωστος που βρίσκεται υπό εγκλεισμό, έχει το δικαίωμα να θεραπεύεται υπό τις ίδιες ηθικές και επιστημονικές συνθήκες υπό τις οποίες θεραπεύεται και οποιοσδήποτε άλλος άρρωστος, και μέσα στις ίδιες συνθήκες περιβάλλοντος. Ιδιαίτερα έχει δικαίωμα να δέχεται την κατάλληλη αγωγή και περίθαλψη.  2. Μια θεραπευτική αγωγή που δεν είναι ακόμα γενικά αναγνωρισμένη από την Ιατρική Επιστήμη ή εμφανίζει σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης μόνιμης εγκεφαλικής βλάβης ή ριζικής μεταβολής της προσωπικότητας μπορεί να δοθεί μόνο εάν ο γιατρός το θεωρεί απολύτως απαραίτητο και εάν ο άρρωστος , αφού ενημερωθεί έχει δώσει τη ρητή συναίνεση του. Εάν ο άρρωστος δεν είναι σε θέση να κατανοήσει τη φύση της θεραπείας ο γιατρός πρέπει να υποβάλλει το ζήτημα προς επίλυση, σε μια ανεξάρτητη κατάλληλη αρχή που προβλέπει ο νόμος, η οποία θα συμβουλέψει το νόμιμο εκπρόσωπο του αρρώστου, εάν υπάρχει.   3. Κλινικές δοκιμές προϊόντων και θεραπειών που δεν έχουν ψυχιατρικό θεραπευτικό σκοπό σε πρόσωπα που πάσχουν από ψυχική διαταραχή και βρίσκονται σε εγκλεισμό, πρέπει να απαγορεύονται. Κλινικές δοκιμές που έχουν ψυχιατρικό θεραπευτικό σκοπό είναι ένα θέμα προς ρύθμιση από την εθνική νομοθεσία.   ΑΡΘΡΟ 6  Οι περιορισμοί της προσωπικής ελευθερίας του αρρώστου πρέπει να περιορίζονται σ’ αυτούς μόνο που είναι απαραίτητοι εξ αιτίας της κατάστασης της υγείας του και για την επιτυχία της θεραπείας.  Όμως δεν πρέπει να περιορίζεται το δικαίωμα του αρρώστου :  Να επικοινωνεί με κάθε αρμόδια αρχή, το πρόσωπο που αναφέρεται στο άρθρο 4 και ένα δικηγόρο  Να στέλνει οποιοδήποτε κλειστό γράμμα.   ΑΡΘΡΟ 7  Ένας άρρωστος δεν πρέπει να μεταφέρεται από ένα ίδρυμα σε ένα άλλο παρά μόνο αφού ληφθούν υπόψη το θεραπευτικό του συμφέρον και όσο είναι δυνατό οι επιθυμίες του.   ΑΡΘΡΟ 8  1. Ένας εγκλεισμός πρέπει να γίνεται για ορισμένη χρονική περίοδο, ή, τουλάχιστον η αναγκαιότητα του εγκλεισμού πρέπει να επανεξετάζεται σε τακτικά χρονικά διαστήματα Οι αρχές του Άρθρου 4, παρ. 3 ισχύουν.  2. Ο εγκλεισμός μπορεί να τερματιστεί οποιαδήποτε στιγμή με απόφαση: α)του γιατρού ή β)μιας αρμόδιας αρχής που δρα με δική της πρωτοβουλία ή μετά από αίτηση του αρρώστου ή οποιουδήποτε άλλου ενδιαφερόμενου προσώπου  3. Ο τερματισμός του εγκλεισμού δεν συνεπάγεται οπωσδήποτε το τέλος της θεραπείας που μπορεί να συνεχιστεί σε εκούσια βάση.   ΑΡΘΡΟ 9  1. Ο εγκλεισμός αυτός καθ’ αυτός, δεν μπορεί να συνιστά από τον ίδιο το νόμο λόγο περιορισμό της δικαιοπρακτικής ικανότητας του αρρώστου   2. Εντούτοις, η αρχή που αποφασίζει έναν εγκλεισμό πρέπει να εξετάσει, , εάν χρειάζεται, τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για να προστατευθούν τα υλικά συμφέροντα του αρρώστου.   ΑΡΘΡΟ 10  Σε κάθε περίπτωση, η αξιοπρέπεια του αρρώστου πρέπει να είναι σεβαστή και να παίρνονται τα απαραίτητα μέτρα για την προστασία της υγείας του.   ΑΡΘΡΟ 11  Αυτοί οι κανόνες δεν περιορίζουν τη δυνατότητα ενός Κράτους-μέλους να υιοθετήσει ρυθμίσεις που να εξασφαλίζουν μεγαλύτερη νομική προστασία σε πρόσωπα που υποφέρουν από ψυχική διαταραχή και υπόκεινται σε εγκλεισμό.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/8808554615712483230-8019265743321920892?l=paratiritiriopsy-psy-n.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://paratiritiriopsy-psy-n.blogspot.com/feeds/8019265743321920892/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=8808554615712483230&amp;postID=8019265743321920892' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/8808554615712483230/posts/default/8019265743321920892'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/8808554615712483230/posts/default/8019265743321920892'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://paratiritiriopsy-psy-n.blogspot.com/2008/05/r832.html' title='Σύσταση R83/2'/><author><name>παρατηρητήριο</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-8808554615712483230.post-2203109977794143969</id><published>2008-05-04T17:28:00.000-07:00</published><updated>2008-05-04T17:47:14.529-07:00</updated><title type='text'>Νομολογία ν 2071_1992</title><content type='html'>&lt;table class="MsoNormalTable" style="border: medium none ; margin-left: -12.6pt; border-collapse: collapse;" border="1" cellpadding="0" cellspacing="0"&gt;  &lt;tbody&gt;&lt;tr style=""&gt;   &lt;td style="border: 1pt solid windowtext; padding: 0cm 5.4pt; width: 149.75pt;" valign="top" width="200"&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Άρθρο 94&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Εκούσια νοσηλεία&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;   &lt;/td&gt;   &lt;td  style="border-style: solid solid solid none; padding: 0cm 5.4pt; width: 174.25pt;color:windowtext windowtext windowtext -moz-use-text-color;" valign="top" width="232"&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;1.&lt;/span&gt;   Εκούσια νοσηλεία είναι η με τη συγκατάθεση του ασθενή εισαγωγή και παραμονή   του για θεραπεία,&lt;span style=""&gt; σε&lt;/span&gt; κατάλληλη Μονάδα   Ψυχικής Υγείας.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;2.&lt;/span&gt;   Προϋποθέσεις για την εκούσια νοσηλεία είναι: α) ο ασθενής να είναι ικανός να   κρίνει για το συμφέρον της υγείας του, και&lt;span style=""&gt; β)&lt;/span&gt;   να συμφωνήσει ο επιστημονικός διευθυντής ή ο νόμιμος αναπληρωτής του για την   ανάγκη θεραπείας.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;3.&lt;/span&gt;   Αυτός που νοσηλεύεται εκούσια έχει όλα τα δικαιώματα που συνδέονται με την   άσκηση των ατομικών του ελευθεριών, τα οποία έχουν και οι ασθενείς που   νοσηλεύονται για άλλη αιτία, εκτός της ψυχικής διαταραχής.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;4.&lt;/span&gt;   Η εκούσια νοσηλεία εκτός της κλινικής περατώνεται οποτεδήποτε με αίτηση του   ασθενή ή εκτίμηση του επιστημονικού διευθυντή ή του νόμιμου αναπληρωτή του   ότι δεν χρειάζεται περαιτέρω νοσηλεία.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;5.&lt;/span&gt;   Αν ασθενής που νοσηλεύτηκε ακούσια «ζητήσει» την εκούσια νοσηλεία του, πρέπει   να βεβαιωθεί από δύο ψυχιάτρους, ή επί αδυναμίας εξευρέσεως δεύτερου   ψυχιάτρου, από έναν ψυχίατρο και έναν ιατρό παθολόγο, η ικανότητα του ασθενή   να κρίνει για το συμφέρον της υγείας του. Ο δεύτερος ψυχίατρος ή ο παθολόγος   ιατρός, δεν ανήκει στη Μονάδα Ψυχικής Υγείας, στην οποία νοσηλεύεται ο   ασθενής και υποδεικνύεται από αυτόν. Αντίγραφα της &lt;span style=""&gt;β&lt;/span&gt;ε&lt;span style=""&gt;βαίωσης&lt;/span&gt; αυτής στέλνεται   αμέσως στον εισαγγελέα, ο οποίος είχε κινήσει τη διαδικασία της ακούσιας   νοσηλείας.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;   &lt;/td&gt;  &lt;/tr&gt;  &lt;tr style=""&gt;   &lt;td color="-moz-use-text-color windowtext windowtext" style="border-style: none solid solid; padding: 0cm 5.4pt; width: 149.75pt;" valign="top" width="200"&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Άρθρο 95&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Ακούσια νοσηλεία&lt;span style="" lang="EN-US"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;   &lt;/td&gt;   &lt;td  style="border-style: none solid solid none; padding: 0cm 5.4pt; width: 174.25pt;color:-moz-use-text-color windowtext windowtext -moz-use-text-color;" valign="top" width="232"&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;1.Ακούσια νοσηλεία είναι η   χωρίς την συγκατάθεση του ασθενή εισαγωγή και παραμονή του, για θεραπεία σε   κατάλληλη Μονάδα Ψυχικής Υγείας. Από την ακούσια νοσηλεία διακρίνεται η   «φύλαξη»&lt;span style=""&gt;  &lt;/span&gt;ασθενή με το άρθρο 69 επ. του   Ποινικού Κώδικα. Η αντιμετώπιση τοξικομανών διέπεται από ειδική νομοθεσία.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;2.Προϋποθέσεις για την ακούσια   νοσηλεία είναι: &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Ι.α. Ο ασθενής να πάσχει από   ψυχική διαταραχή. &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;β. Να μην είναι ικανός να   κρίνει για το συμφέρον της υγείας του. &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;γ. Η έλλειψη νοσηλείας να έχει   ως συνέπεια είτε να αποκλειστεί η θεραπεία του είτε να επιδεινωθεί η   κατάσταση της υγείας του , &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;ή, &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;ΙΙ. Η νοσηλεία ασθενή που   πάσχει από ψυχική διαταραχή να είναι απαραίτητη&lt;span style=""&gt;  &lt;/span&gt;για να αποτραπούν πράξεις βίας κατά του   ίδιου ή τρίτων.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;3.Η αδυναμία ή άρνηση προσώπου   να προσαρμόζεται στις κοινωνικές ή ηθικές ή πολιτικές αξίες, που φαίνεται να   επικρατούν στην κοινωνία, δεν αποτελεί καθ’ αυτή ψυχική διαταραχή.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;   &lt;/td&gt;  &lt;/tr&gt;  &lt;tr style=""&gt;   &lt;td style="border-style: none solid solid; border-color: -moz-use-text-color windowtext windowtext; border-width: medium 1pt 1pt; padding: 0cm 5.4pt; width: 149.75pt;" valign="top" width="200"&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style="" lang="EN-US"&gt;Άρθρο 96&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style="" lang="EN-US"&gt;Διαδικασία εισαγωγής&lt;/span&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;   &lt;/td&gt;   &lt;td  style="border-style: none solid solid none; padding: 0cm 5.4pt; width: 174.25pt;color:-moz-use-text-color windowtext windowtext -moz-use-text-color;" valign="top" width="232"&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;1.&lt;/span&gt;   Την ακούσια νοσηλεία του φερομένου στην αίτηση ως ασθενή, μπορούν να ζητήσουν   ο σύζυγος του ή συγγενής σε ευθεία γραμμή απεριόριστα ή συγγενής εκ πλαγίου   μέχρι και το δεύτερο βαθμό ή όποιος έχει την επιμέλεια του προσώπου του ή ο   επίτροπος του δικαστικά απαγορευμένου. Εάν δεν υπάρχει κανένα από τα πρόσωπα   αυτά, σε επείγουσα περίπτωση, την ακούσια νοσηλεία μπορεί να ζητήσει και   αυτεπάγγελτα ο εισαγγελέας πρωτοδικών του τόπου κατοικίας ή διαμονής του   ασθενή.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;2.&lt;/span&gt;   Η αίτηση για την ακούσια νοσηλεία απευθύνεται στον εισαγγελέα πρωτοδικών του   τόπου της κατοικίας ή διαμονής του προσώπου, που φέρεται στην αίτηση ως   ασθενής. Την αίτηση πρέπει να συνοδεύουν αιτιολογημένες γραπτές γνωματεύσεις   δύο ψυχιάτρων, ή επί αδυναμίας εξευρέσεως δύο ψυχιάτρων, ενός ψυχιάτρου και   ενός ιατρού παρεμφερούς ειδικότητας, που θα αναφέρονται στις προϋποθέσεις της   παραγράφου&lt;span style=""&gt; 2&lt;/span&gt; του άρθρου&lt;span style=""&gt; 95&lt;/span&gt; είτε Ι είτε&lt;span style=""&gt; II.&lt;/span&gt; Οι ιατροί που συντάσσουν τις γνωματεύσεις δεν πρέπει να   τελούν σε σχέση συγγενείας με τον αιτούντα ή το φερόμενο στην αίτηση ως   ασθενή.&lt;span style=""&gt;&lt;span style=""&gt;           &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;3.&lt;/span&gt;   Οι ψυχίατροι ή &lt;span style=""&gt;παιδοψυχίατροι&lt;/span&gt; που   συντάσσουν τις γνωματεύσεις προέρχονται από ειδικό κατάλογο, τον οποίο   συντάσσουν ανά διετία οι κατά τόπους ιατρικοί σύλλογοι.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;4.&lt;/span&gt;   Ο εισαγγελέας, αφού διαπιστώσει τη συνδρομή των τυπικών προϋποθέσεων και   εφόσον και οι δύο ιατρικές γνωματεύσεις συμφωνούν για την ανάγκη ακούσιας   νοσηλείας, διατάσσει τη μεταφορά του ασθενή σε κατάλληλη μονάδα ψυχικής   υγείας που υπάρχει στον «Τομέα» ψυχικής υγείας της κατοικίας του ασθενή,   εκτός αν ειδικές συνθήκες επιβάλλουν τη νοσηλεία του αλλού. Εάν οι &lt;span style=""&gt;γνωματεύσεις&lt;/span&gt; των δύο ιατρών διαφέρουν μεταξύ   τους, ο εισαγγελέας, μπορεί να διατάξει τη μεταφορά του φερόμενου ως ασθενή,   εισάγει την αίτηση στο Μονομελές πρωτοδικείο κατά τη διαδικασία της παρ.&lt;span style=""&gt; 6&lt;/span&gt; του άρθρου αυτού. Ο ασθενής πρέπει να   ενημερώνεται αμέσως μόλις γίνει η μεταφορά του στη Μονάδα Ψυχικής Υγείας, από   το διευθυντή ή άλλο πρόσωπο στο οποίο έχει ανατεθεί το καθήκον αυτό, για τα   δικαιώματά του και ειδικότερα το δικαίωμά του να ασκήσει ένδικο μέσο. Για την   ενημέρωση αυτή συντάσσεται &lt;span style=""&gt;πρακτικό&lt;/span&gt; που   υπογράφεται, εκτός από τον υποχρεωμένο να ενημερώσει και από το συνοδό του   ασθενή.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;5.&lt;/span&gt;   Στην περίπτωση που τη διαδικασία κινεί αυτεπάγγελτα ο εισαγγελέας ή που στην   αίτηση αναφέρεται ότι ήταν ανέφικτη η εξέταση του ασθενή, λόγω άρνησ&lt;span style=""&gt;η&lt;/span&gt;ς του να εξετασθεί, ο εισαγγελέας πρωτοδικών   δικαιούται να διατάξει τη μεταφορά του ασθενή για εξέταση και σύνταξη των   γνωματεύσεων, σε δημόσια ψυχιατρική κλινική. Η μεταφορά του διενεργείται υπό   συνθήκες που εξασφαλίζουν το σε&lt;span style=""&gt;β&lt;/span&gt;ασμό   στην προσωπικότητα και την αξιοπρέπεια του ασθενή, η δε παραμονή του ασθενή   εκεί για τις αναγκαίες εξετάσεις δεν μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από&lt;span style=""&gt; 48&lt;/span&gt; ώρες.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;6.&lt;/span&gt;   Σε τρεις ημέρες από τότε που ο εισαγγελέας πρωτοδικών διέταξε τη μεταφορά του   ασθενή, &lt;span style=""&gt;επιμελούμενος&lt;/span&gt; άμα για τη   μεταφορά του στο πολυμελές πρωτοδικείο, ο ίδιος με αίτησ&lt;span style=""&gt;η&lt;/span&gt; το&lt;span style=""&gt;υ&lt;/span&gt;   ζητεί να επιληφθεί το Μονομελές πρωτοδικείο στο οποίο υπηρετεί, που   συνεδριάζει μέσα σε&lt;span style=""&gt; 1&lt;/span&gt;0 ημέρες κατά την   κρίση του, «κεκλεισμένων των θυρών», ώστε να προστατεύεται η ιδιωτική ζωή του   ασθενή. Στη συνεδρίαση καλείται πριν από&lt;span style=""&gt; 48&lt;/span&gt;   ώρες και ο ασθενής, ο οποίος δικαιούται να παραστεί με δικηγόρο και ψυχίατρο   ως τεχνικό σύμ&lt;span style=""&gt;β&lt;/span&gt;ουλο. Σε περίπτωση   επικινδυνότητας του φερόμενου ως ασθενή οι ανωτέρω προθεσμίες &lt;span style=""&gt;δύναται&lt;/span&gt; να &lt;span style=""&gt;συντμηθούν.&lt;/span&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;7.&lt;/span&gt;   Το δικαστήριο, που δικάζει με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, αν   κρίνει ότι οι γνωματεύσεις των δύο ψυχιάτρων που προσάγονται διαφέρουν μεταξύ   τους ή δεν είναι πειστικές ή ο επιστημονικός διευθυντής του νοσοκομείου στο   οποίο έχει εισαχθεί ο ασθενής διατυπώνει αντίθετη προς τις γνωματεύσεις   γνώμη, διατάζει την εξέταση του ασθενή και από άλλο ψυχίατρο εγγεγραμμένο   στους καταλόγους ιατρικών συλλόγων της χώρας, κατά προτίμηση επίκουρο   τουλάχιστον καθηγητή ή επιστημονικό διευθυντή δημόσιας Μονάδας Ψυχικής Υγείας   ή το νόμιμο αναπληρωτή του.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;8.&lt;/span&gt;   Η απόφαση του πρωτοδικείου πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένη. Αν ο ασθενής   τον οποίο αφορά έχει προσαχθεί με διαταγή του εισαγγελέα σε ψυχιατρική   κλινική, στην περίπτωση που η αίτηση αναγκαστικής νοσηλείας γίνεται δεκτή,   συνεχίζεται η παραμονή του εκεί, ενώ στην περίπτωση που η αίτηση   απορρίπτεται, διατάσσεται η άμεση έξοδος.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;9.&lt;/span&gt;   Κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την εισαγωγή του αρρώστου μέχρι   την έκδοση της δικαστικής απόφασης τη θεραπευτική ευθύνη αυτού φέρει ο   επιστημονικός διευθυντής της &lt;span style=""&gt;Μ.Ψ.Υ.,&lt;/span&gt; ο   οποίος και εξακολουθεί να φέρει την επιστημονική και θεραπευτική ευθύνη,   εφόσον το δικαστήριο διατάξει τη συνέχιση της νοσηλείας.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;   &lt;/td&gt;  &lt;/tr&gt;  &lt;tr style=""&gt;   &lt;td style="border-style: none solid solid; border-color: -moz-use-text-color windowtext windowtext; border-width: medium 1pt 1pt; padding: 0cm 5.4pt; width: 149.75pt;" valign="top" width="200"&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Άρθρο 97&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Ένδικα μέσα&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;   &lt;/td&gt;   &lt;td  style="border-style: none solid solid none; padding: 0cm 5.4pt; width: 174.25pt;color:-moz-use-text-color windowtext windowtext -moz-use-text-color;" valign="top" width="232"&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;1.&lt;/span&gt;   Κατά της απόφασης του πρωτοδικείου χωρεί έφεση και ανακοπή κατά τις διατάξεις   της πολιτικής δικονομίας. Το ένδικο μέσο της ανακοπής μπορεί να ασκήσει και ο   επιστημονικός διευθυντής της Μονάδας Ψυχικής Υγείας που νοσηλεύεται ο   ασθενής. Τα ένδικα αυτά μέσα ασκούνται μέσα σε προθεσμία δύο&lt;span style=""&gt; (2)&lt;/span&gt; μηνών από τη δημοσίευση της απόφασης.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;2.&lt;/span&gt;   Η έφεση δικάζεται από το τριμελές εφετείο, «κεκλεισμένων των θυρών», μέσα σε&lt;span style=""&gt; 15&lt;/span&gt; ημέρες από την κατάθεσή της. Το εφετείο   μπορεί να ζητήσει και νέα γνωμάτευση ψυχιάτρου ή &lt;span style=""&gt;ό,τι&lt;/span&gt; άλλο θεωρήσει σκόπιμο.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;   &lt;/td&gt;  &lt;/tr&gt;  &lt;tr style=""&gt;   &lt;td style="border-style: none solid solid; border-color: -moz-use-text-color windowtext windowtext; border-width: medium 1pt 1pt; padding: 0cm 5.4pt; width: 149.75pt;" valign="top" width="200"&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Άρθρο 98&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Συνθήκες νοσηλείας&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;   &lt;/td&gt;   &lt;td  style="border-style: none solid solid none; padding: 0cm 5.4pt; width: 174.25pt;color:-moz-use-text-color windowtext windowtext -moz-use-text-color;" valign="top" width="232"&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;1.&lt;/span&gt;   Οι συνθήκες ακούσιας νοσηλείας πρέπει να εξυπηρετούν τις ανάγκες της   θεραπείας. Τα αναγκαία περιοριστικά μέτρα δεν επιτρέπεται να αποκλείουν   απαραίτητα για τη θεραπεία μέσα, όπως οι άδειες, οι οργανωμένες έξοδοι, η   διαμονή σε χώρους που εποπτεύονται έξω από τα κλειστά ιδρύματα.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;2.&lt;/span&gt;   Οι προϋποθέσεις και ο τρόπος εφαρμογής των θεραπευτικών αυτών μέσων   καθορίζονται ειδικότερα με απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και   Κοινωνικών Ασφαλίσεων.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;3.&lt;/span&gt;   Σε κάθε περίπτωση και σε όλη τη διάρκεια της νοσηλείας, πρέπει να   επιδεικνύεται σε&lt;span style=""&gt;βασμός &lt;/span&gt;προς την   προσωπικότητα του ασθενή.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;4.&lt;/span&gt;   Οι περιορισμοί που επιβάλλονται στην ατομική ελευθερία του ασθενή   προσδιορίζονται μόνο από την κατάσταση της υγείας του και τις ανάγκες της   νοσηλείας.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;   &lt;/td&gt;  &lt;/tr&gt;  &lt;tr style=""&gt;   &lt;td style="border-style: none solid solid; border-color: -moz-use-text-color windowtext windowtext; border-width: medium 1pt 1pt; padding: 0cm 5.4pt; width: 149.75pt;" valign="top" width="200"&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Άρθρο 99&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;Διακοπή-   Διάρκεια - Δήξη ακούσιας νοσηλείας&lt;/span&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;   &lt;/td&gt;   &lt;td  style="border-style: none solid solid none; padding: 0cm 5.4pt; width: 174.25pt;color:-moz-use-text-color windowtext windowtext -moz-use-text-color;" valign="top" width="232"&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;1.&lt;/span&gt;   Η ακούσια νοσηλεία διακόπτεται όταν πάψουν να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της   παρ.&lt;span style=""&gt; 2&lt;/span&gt; του άρθρου&lt;span style=""&gt; 95&lt;/span&gt; του νόμου αυτού. Στην περίπτωση αυτήν, ο   επιστημονικός διευθυντής της ψυχιατρικής κλινικής, στην οποία νοσηλεύεται ο   ασθενής, οφείλει να του χορηγήσει εξιτήριο και συγχρόνως να κοινοποιήσει   σχετική έκθεση στον αρμόδιο εισαγγελέα.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;2.&lt;/span&gt;   Η διάρκεια της ακούσιας νοσηλείας δεν μπορεί να υπερβεί τους έξι &lt;span style=""&gt;(6)&lt;/span&gt; μήνες. Μετά την πάροδο των τριών πρώτων   μηνών, ο επιστημονικός διευθυντής της ψυχιατρικής κλινικής και άλλος ένας   ψυχίατρος του τομέα ψυχικής υγείας, υποβάλλουν έκθεση στον εισαγγελέα για την   κατάσταση της υγείας του ασθενή. Ο εισαγγελέας δικαιούται να διαβιβάσει την   έκθεση αυτή στο Μονομελές πρωτοδικείο της περι&lt;span style=""&gt;φ&lt;/span&gt;έρειάς&lt;span style=""&gt;  &lt;/span&gt;του με αίτησή του να συνεχιστεί ή να   διακοπεί η ακούσια νοσηλεία.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;3.   &lt;/span&gt;0 ασθενής ή συγγενείς του της παρ.&lt;span style=""&gt; 1&lt;/span&gt;   του άρθρου&lt;span style=""&gt; 96,&lt;/span&gt; ή ο επίτροπος του   δικαιούνται με αίτησή τους προς τον εισαγγελέα, να ζητήσουν να διακοπεί η   ακούσια νοσηλεία. Αν η αίτηση δε γίνει δεκτή από το πρωτοδικείο, στο οποίο   την υποβάλλει αμέσως ο εισαγγελέας, νέα αίτηση μπορεί να υποβληθεί μετά από   τρεις&lt;span style=""&gt; (3)&lt;/span&gt; μήνες.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;4.&lt;/span&gt;   Σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, κατά τις οποίες πρέπει να παραταθεί η   νοσηλεία του ασθενή πέραν των έξι&lt;span style=""&gt; (6)&lt;/span&gt;   μηνών, τούτο είναι δυνατό μόνο μετά από σύμφωνη γνώμη επιτροπής εκ τριών   ψυχιάτρων, εκ των οποίων ένας είναι ο θεράπων ιατρός και οι έτεροι δύο   ορίζονται από τον εισαγγελέα&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;   &lt;/td&gt;  &lt;/tr&gt;  &lt;tr style=""&gt;   &lt;td style="border-style: none solid solid; border-color: -moz-use-text-color windowtext windowtext; border-width: medium 1pt 1pt; padding: 0cm 5.4pt; width: 149.75pt;" valign="top" width="200"&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Άρθρο 100&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;Υποτροπή&lt;span style=""&gt;  &lt;/span&gt;ασθένειας&lt;/span&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;   &lt;/td&gt;   &lt;td  style="border-style: none solid solid none; padding: 0cm 5.4pt; width: 174.25pt;color:-moz-use-text-color windowtext windowtext -moz-use-text-color;" valign="top" width="232"&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Σε περίπτωση υποτροπής ασθενή   που είχε νοσηλευτεί ακούσια, είναι δυνατή και πάλι η εισαγωγή του σε   ψυχιατρική κλινική, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου&lt;span style=""&gt; 2&lt;/span&gt; του άρθρου&lt;span style=""&gt;   94&lt;/span&gt; και σύμφωνα με το άρθρο&lt;span style=""&gt; 96&lt;/span&gt;   του νόμου αυτού&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;   &lt;/td&gt;  &lt;/tr&gt;  &lt;tr style=""&gt;   &lt;td style="border-style: none solid solid; border-color: -moz-use-text-color windowtext windowtext; border-width: medium 1pt 1pt; padding: 0cm 5.4pt; width: 149.75pt;" valign="top" width="200"&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Άρθρο 101&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Ιδιωτικοί φορείς ψυχικής υγείας&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;   &lt;/td&gt;   &lt;td  style="border-style: none solid solid none; padding: 0cm 5.4pt; width: 174.25pt;color:-moz-use-text-color windowtext windowtext -moz-use-text-color;" valign="top" width="232"&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;1.&lt;/span&gt;   Ιδιωτικά θεραπευτήρια ή άλλα &lt;span style=""&gt;ν.π.ι.δ.,&lt;/span&gt;   τα οποία παρέχουν &lt;span style=""&gt;υπηρεσίες&lt;/span&gt; περίθαλψης   σε ψυχικά πάσχοντες, υπόκεινται στις διατάξεις που επιβάλλει ο νόμος αυτός   για τις Μονάδες Ψυχικής Υγείας του Τομέα.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;   &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;2.&lt;/span&gt;   Με απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων   καθορίζονται οι προϋποθέσεις, όροι και η διαδικασία υπαγωγής στις διατάξεις   των άρθρων&lt;span style=""&gt; 91&lt;/span&gt; έως και&lt;span style=""&gt; 100&lt;/span&gt; των ιδιωτικών θεραπευτηρίων, καθώς και   κάθε σχετική λεπτομέρεια, που αφορά στην εφαρμογή των διατάξεων της παρ.&lt;span style=""&gt; 1&lt;/span&gt; του άρθρου αυτού&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;   &lt;/td&gt;  &lt;/tr&gt; &lt;/tbody&gt;&lt;/table&gt;  &lt;pre style="margin-right: -25.7pt;"&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/pre&gt;&lt;br /&gt;&lt;p class="MsoNormal" style="margin-right: -25.7pt;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;u1:p&gt;&lt;/u1:p&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/8808554615712483230-2203109977794143969?l=paratiritiriopsy-psy-n.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://paratiritiriopsy-psy-n.blogspot.com/feeds/2203109977794143969/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=8808554615712483230&amp;postID=2203109977794143969' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/8808554615712483230/posts/default/2203109977794143969'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/8808554615712483230/posts/default/2203109977794143969'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://paratiritiriopsy-psy-n.blogspot.com/2008/05/20711992_04.html' title='Νομολογία ν 2071_1992'/><author><name>παρατηρητήριο</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-8808554615712483230.post-8289837645961590305</id><published>2008-04-29T20:18:00.000-07:00</published><updated>2008-04-29T20:21:09.048-07:00</updated><title type='text'>Η σύμβαση Βιοηθικής του Ευρωπαικού Συμβουλίου ή προτεραιότητα στην έρευνα και όχι στον άνθρωπο στα πλαίσια της ενωμένης Ευρώπης</title><content type='html'>&lt;p class="postbody"&gt;&lt;span style="color: rgb(119, 119, 119);"&gt;Άννα Εμμανουηλίδου, Διπλ.-Ψυχολόγος&lt;br /&gt;&lt;b&gt;&lt;strong&gt;&lt;/strong&gt;&lt;/b&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;­„Σύμφωνα με τις ανακαλύψεις της γενετικής, της Νευροβιολογίας και της εμβριολογίας...“ αναφέρεται σε ένα έγγραφο της Ουνέσκο σχετικά με αυτήν την διακήρυξη (Doc. 93-4 έως Doc. Ιnf.1) „...ο άνθρωπος έχει για πρώτη φορά πρόσβαση στη γνώση τη σχετική με τους μηχανισμούς της ίδιας του της ζωής. Μέσω αυτής της γνώσης έχει σήμερα στα χέρια του την εξουσία να παρέμβει τροποποιητικά στην διαδικασία ανάπτυξης όλης της ζωής, όλων των ζώντων ειδών, συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού του. Ϊσως για πρώτη φορά στην ιστορία έχει η ανθρωπότητα χάριν της γνώσης και των τεχνικών επιτευγμάτων της την ευκαιρία να απαντήσει στις προκλήσεις του μέλλοντος με σύγχρονη σκέψη, αντί να καταφεύγει εκ των υστέρων σε απολογισμούς ζημιών...“.&lt;br /&gt;Με βάση αυτό το σκεπτικό ξεκίνησε η κίνηση κατάρτισης της σύμβασης Βιοηθικής στα πλαίσια του ευρωπαικού συμβουλίου, σαν ένα είδος προετοιμασίας της διεθνούς σύμβασης της Ουνέσκο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;1. Εισαγωγή. Τι είναι η Σύμβαση Βιοηθικής&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η UNESCO σχεδίαζε για το 1998 - 50 χρόνια μετά τη γενική διακήρυξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων το 1948 - μια διεθνή Διακήρυξη για την εφαρμογή των νέων βιοεπιστημών στον άνθρωπο με τον αρχικό τίτλο „Διακήρυξη Βιοηθικής“. Γι’ αυτόν τον λόγο ιδρύθηκε το 1993 από τη γενική συνέλευση της Ουνέσκο μια διεθνής επιτροπή Βιοηθικής. Η Σύμβαση Βιοηθικής του ευρωπαικού συμβουλίου, την οποία διαπραγματεύεται αυτό το κείμενο, προετοίμασε αυτή την διαδικασία της Ουνέσκο σε ευρωπαικό επίπεδο με προοπτική να επηρεάσει τη διεθνή διακήρυξη. Ως επίσημος στόχος του ευρωπαικού συμβουλίου κατά την διαμόρφωση αυτής της σύμβασης διατυπώθηκε η επίτευξη μια ευρύτερης ενότητας απόψεων ανάμεσα στα μέλη του συμβουλίου.&lt;br /&gt;Η σύμβαση διατυπώθηκε ως σύμβαση πλαίσιο. Αυτό σημαίνει ότι περιέχει γενικές αρχές πάνω στην εφαρμογή της Βιολογίας και της Ιατρικής στους ανθρώπους, οι οποίες τον Νοέμβριο του 1996 εγκρίθηκαν πανευρωπαικά και από τότε επηρεάζουν την νομοθεσία και την πρακτική των κρατών-μελών της ευρωπαικής Ένωσης στον τομέα της εφαρμογής των βιοεπιστημών. Η Ελλάδα όχι μόνο ανήκει σ’ αυτόν το κύκλο, αλλά υπήρξε και μια από τις χώρες, που στη διαδικασία συζήτησης του κειμένου της σύμβασης δεν εξέφρασε επίσημα ενστάσεις ή αντιστάσεις, όπως άλλα κράτη - κυρίως η Γερμανία, η οποία και τελικά ήταν η μόνη ευρωπαικη χώρα που δεν υπερψήφισε την σύμβαση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σ’ αυτό το κείμενο γίνεται προσπάθεια να παρουσιαστεί κατά το δυνατόν λιτά το χρονικό, η δυναμική ανάπτυξης και το περιεχόμενο αυτής της σύμβασης, η οποία αποτελεί εδώ και 3 χρόνια νομικό πλαίσιο και στη χώρα μας. Βαθύτερες πολιτικές και φιλοσοφικές αναλύσεις αφήνονται στον αναγνώστη. Ενδιαφέρον θα ήταν να εξεταστεί στην σημερινή (ψυχ-)ιατρική καθημερινότητα σε ποιο βαθμό επηρεάζει αυτό το ευρωπαικό κατασκεύασμα τη μοίρα των ανθρώπων που ως „βαριές περιπτώσεις„ καταλήγουν σε καταστήματα, που παρέχουν (ψυχ-) ιατρική βοήθεια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;2. Σύντομη ιστορική αναδρομή&lt;br /&gt;Οι διαδικασίες που έλαβαν χώρα μέχρι το 1997 σχετικά με την Σύμβαση Βιοηθικής σε ευρωπαικό επίπεδο παρέμειναν κατά το μεγαλύτερο μέρος τους κρυφές υπό την έννοια του „άκρως απόρρητοu“ για 8 ολόκληρα χρόνια στα γραφεία του ευρωπαικού κοινοβουλίου στο Στραβούργο. Ο αρμόδιος συνεργάτης του Ευρωπαικού κοινοβουλίου είχε γι’ αυτόν το λόγο συχνές προγραμματισμένες συναντήσεις συμβουλευτικού χαρακτήρα με αντιπροσώπους της Ευρωπαικής Ενωσης Ερευνητικών Φορέων (ΕSF). Η σύμβαση ήρθε στο φως της δημοσιότητας τον Απρίλιο του 1994 τελείως απροσδόκητα με πρωτοβουλία κάποιας ομάδας πολιτών - μέχρι τότε παρέμενε αυστηρά μυστική.&lt;br /&gt;Απρίλιος 1994: Δημοσίευση της τότε έγκυρης μορφής της σύμβασης στην εφημερίδα Frankfurter Rundschau με πρωτοβουλία μιας ομάδας πολιτών.&lt;br /&gt;Ιούνιος 1994: Τα μέλη του Παγκόσμιου Συνεδρίου Κοινωνικής Ψυχιατρικής στο Αμβούργο ψηφίζουν ένα ψήφισμα/προειδοποίηση καταγγέλλοντας ανεπαρκείς προστατευτικούς κανονισμούς στην Σύμβαση Βιοηθικής και την γενικότερη παράνοια της σύγχρονης Βιο-ιατρικής. Η γερμανική ομάδα εργασίας „Θύματα της ευθανασίας και της βίαιας στείρωσης“ και ο πολιτικός φορέας της Ράινλαντ απευθύνονται στην κοινή γνώμη με παρόμοιες επιφυλάξεις.&lt;br /&gt;Ιούλιος 1994: Μια επιτροπή του ευρωπαικού συμβουλίου, στην οποία ανήκουν περίπου 60 ειδικοί των κρατών-μελών, ανάμεσά τους γιατροί, νομικοί, βιολόγοι, φιλόσοφοι, παρουσιάζει ένα προσωρινό σχέδιο μιας σύμβασης Βιοηθικής, με στόχο να ξεκινήσει μια ανοιχτή συζήτηση πάνω στο θέμα, μετά την αναταραχή που ξεσήκωσε στην γερμανική κοινή γνώμη η αδιάκριτη δημοσίευση του „αυστηρά εμπιστευτικού“ σχεδίου της σύμβασης. Αυτό το σχέδιο πήρε το όνομα „Σχέδιο σύμβασης για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας την εφαρμογή της βιολογίας και της ιατρικής: Σύμβαση Βιοηθικής“.&lt;br /&gt;Τμήμα δικαίου του ευρωπαικού συμβουλίου, Ιούλιος 1994: „...Το σχέδιο πρέπει να εξαιρεθεί υπό την παρούσα μορφή με έγκριση της επιτροπής υπουργών από το απόρριτο, ώστε η επιτροπή καθοδήγησης και οι κυβερνήσεις να είναι σε θέση να συμμετέχουν στα απαραίτητα διαβούλια, για να λάβουν αργότερα υπόψιν τους τις απόψεις που θα εκφραστούν στην διαμόρφωση της οριστικής μορφής της σύμβασης... Η εξαίρεση από το απόρριτο στην παρούσα φάση δεν σημαίνει συμφωνία του συμβουλίου υπουργών με το περιεχόμενο του σχεδίου σύμβασης και δεν αποτελεί σε καμιά περίπτωση περιορισμό της πολιτικής ευθύνης του συμβουλίου υπουργών και των κρατών-μελών της ευρωπαικού συμβουλίου...“&lt;br /&gt;Οκτώβριος 1994: Το Υπουργείο Δικαιοσύνης της Γερμανίας έδωσε το Σχέδιο στην Βουλή, στο Εθνικό Συμβούλιο, στα ομοσπονδιακά τμήματα δικαιοσύνης, στις εκκλησίες και στους φορείς, για τους οποίους πιστευόταν ότι σχετίζονται άμεσα ή ενδιαφέρονται για με το θέμα, με την παράκληση να το λάβουν υπόψιν τους και να πάρουν θέση επ’ αυτού - στην ουσία πολύ αργά, αφού το ευρωπαικό κοινοβούλιο έπρεπε να πάρει συγκεκριμένη θέση τον ίδιο ακριβώς μήνα. Ως αιτία αυτής της καθυστέρησης δόθηκε από την γερμανίδα αρμόδια υπουργό η έλλειψη μέχρι τούδε γερμανικής μετάφρασης του Σχεδίου...&lt;br /&gt;Το ευρωπαικό κοινοβούλιο δεν μπόρεσε τον Οκτώβριο του 1994 να παραδώσει την αναμενόμενη θέση-εκτίμηση και αποφάσισε να θέσει το Σχέδιο της Σύμβασης υπό έλεγχο στις αρμόδιες επιτροπές (Έρευνας και Τεχνολογίας, Δικαίου, Υγείας). Ιδιαίτερα αιχμηρά σημεία προς συζήτηση ήταν το θέμα των επεμβάσεων σε πρόσωπα, που δεν μπορούν να δώσουν την συγκατάθεσή τους, των επεμβάσεων στον ανθρώπινο γενετικό κώδικα και της έρευνας σε έμβρυα.&lt;br /&gt;Τον Φεβρουάριο του 1995 κατέφθασε ένα νέο σχέδιο με μια επιπλέον λίστα με συνολικά 16 επιθυμίες αλλαγών (Opinion No 184, 1995). Σ’ αυτό το νέο κείμενο επιτρεπόταν η έρευνα σε ανθρώπους, μόνο σε περίπτωση που υπάρχουν άμεσα οφέλη για την υγεία του ενδιαφερόμενου προσώπου. Παράλληλα ενισχύθηκε η απαγόρευση για την παραγωγή ανθρώπινων εμβρύων για ερευνητικούς λόγους. Το ευρωπαικό κοινοβούλιο ενέκρινε κατά βάση το αλλαγμένο κείμενο, το οποίο απαιτούσε επιπλέον βελτιώσεις - και κυρίως αυστηρότερες ρυθμίσεις για την έρευνα στον χώρο της αναπηρίας. Εξαιρέθηκαν ωστόσο από το κυρίως κείμενο της σύμβασης ιδιαίτερα ευαίσθητα σημεία, τα οποία έπρεπε να αποφασιστούν στα λεγόμενα „περαιτέρω πρωτόκολλα“, τα οποία θα είχαν την ίδια ισχύ με το κυρίως κείμενο της σύμβασης και το ειδικό περιεχόμενό τους θα παρέμενε μυστικό.&lt;br /&gt;Στις 12. Μαίου 1995 απαίτησε το κόμμα των Πρασίνων στη Γερμανία την παρουσίαση της επιχειρηματολογίας των ειδικών συμβουλευτικών επιτροπών πάνω το θέμα στη γερμανική Βουλή, ώστε το κοινοβούλιο να είναι από άποψη ενημέρωσης σε θέση να επηρεάσει την τελική θέση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στο καθοδηγητικό συμβούλιο του ευρωπαικού συμβουλίου. Το αρμόδιο όργανο Δικαίου της γερμανικής βουλής ενέκρινε το αίτημα, πράγμα που θεωρήθηκε θετικό σημείο αντοχής των δημοκρατικών θεσμών. Στις 17.05.1995 εγκρίθηκε από τη Βουλή η οργάνωση της ζητούμενης εκδήλωσης, στην οποία σχεδόν όλα τα μέλη της επιτροπής άσκησαν ιδιαίτερα οξεία κριτική στην σύμβαση.&lt;br /&gt;Στις 14.08.1995 δημοσίευσε η Frankfurter Rundschau το κείμενο της Ουνέσκο πάνω στην Σύμβαση Βιοηθικής, ένα κείμενο που ανέλυε το πολιτικό και ηθικό υπόβαθρο του θέματος και ξεσήκωσε ακόμα μεγαλύτερες διαμαρτυρίες.&lt;br /&gt;Το Ιούνιο 1996 εμφανίστηκε η τελική έκδοση της Σύμβασης Βιοηθικής του ευρωπαικού συμβουλίου, στην οποία - σύμφωνα με την επιτροπή του ευρωπαικού συμβουλίου - λήφθηκαν υπόψιν οι θέσεις που εκφράστηκαν σχετικά με το Σχέδιο του 1994. Αυτή τη φορά το όνομα της σύμβασης ήταν „Σχέδιο συμφωνίας για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ανθρώπινης αξιοπρέπειεας στην εφαρμογή της Βιολογίας και της Ιατρικής: συμφωνία ανθρώπινων δικαιωμάτων στην Βιοιατρική“. Πρόκειται για το κείμενο, που ψηφίστηκε επίσημα οριστικά τον Νοέμβριο του 1996 από το ευρωπαικό κοινοβούλιο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;3. Το περιεχόμενο της Σύμβασης Βιοηθικής&lt;br /&gt;Στην εισαγωγή της Σύμβασης γίνεται υπενθύμιση σε όλες της ευρωπαικές και παγκόσμιες ανθρωπιστικές διακηρύξεις, στην παράδοση των οποίων θεωρείται ότι ανήκει η σύμβαση Βιοηθικής. Προστασία των Ανθρώπινων δικαιωμάτων, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και των βασικών ελευθεριών είναι οι κύριες ιδέες που αναφέρονται ως βάση του τελικού κειμένου. Η σύμβαση Βιοηθικής όφειλε σύμφωνα με την Εισαγωγή να συμβάλει σ’ αυτήν την προστασία κατά την εφαρμογή της Βιολογίας και της Ιατρικής. Στα πλαίσια των βασικών αρχών της σύμβασης αναφέρονται τα παρακάτω: στην εφαρμογή των βιοεπιστημών...&lt;br /&gt;- πρέπει να ληφθεί υπόψιν η τάχιστη ανάπτυξη στους τομείς της Βιολογίας και της Ιατρικής...&lt;br /&gt;- οι πρόδοι στην Βιολογία και την Ιατρική οφείλουν να χρησιμοποιηθούν για το καλό των τωρινών και των μελλοντικών γενεών...&lt;br /&gt;- είναι αναγκαία μια διεθνής συνεργασία, ώστε να μπορέσει η ανθρωπότητα ως σύνολο να απολαύσει τα επιτεύγματα της Βιολογίας και της Ιατρικής...&lt;br /&gt;Τα συγκεκριμένα θέματα, που συζητιούνται στο κείμενο της συμφωνίας, είναι:&lt;br /&gt;1) συγκατάθεση των ενδιαφερόμενων προσώπων σε περίπτωση επεμβάσεων στον τομέα της υγείας γενικά και στον τομέα της έρευνας των βιοεπιστημών&lt;br /&gt;2) η ιδιωτική σφαίρα των ενδιαφερόμενων προσώπων και το δικαίωμά τους στην πληροφόρηση&lt;br /&gt;3) άσκηση επιστημονικής έρευνας στον τομέα της βιολογίας και της ιατρικής&lt;br /&gt;4) επέμβαση στον ανθρώπινο γενετικό κώδικα&lt;br /&gt;5) η θέση ατόμων που δεν είναι ικανά να δώσουν την συγκατάθεσή τους σε θέματα έρευνας στην νέα τάξη πραγμάτων&lt;br /&gt;6) έρευνα σε έμβρυα&lt;br /&gt;7) λήψη οργάνων και ιστών από δωρητές για μεταμοσχεύσεις.&lt;br /&gt;Ένα από τα σημαντικότερα σημεία, που προκάλεσε πολλές συζητήσεις και αναστάτωση, είναι το θέμα της συγκατάθεσης των ενδιαφερόμενων προσώπων σε επεμβάσεις τόσο ιατρικού όσο και ερευνητικού χαρακτήρα και οι ρυθμίσεις για τα άτομα που θεωρούνται ανίκανα να δώσουν την συγκατάθεσή τους. Ως τέτοια θωρούνται παιδιά, κυρίως παιδιά χωρίς (φυσικούς) γονείς, που μεγαλώνουν σε ιδρύματα ή στον δρόμο, γιατί υπάρχουν γι΄αυτά μόνο τρίτα πρόσωπα, υπηρεσίες ή συμβούλια, που σε τέτοια περίπτωση τα αντιπροσωπεύουν και παίρνουν αποφάσεις για λογαριασμό τους. Σ’ αυτήν την ομάδα ανήκουν επίσης ψυχικά πάσχοντα πρόσωπα, άνθρωποι με νοητική αναπηρία, οργανικά ψυχοσύνδρομα ή ανοικά ηλικιωμένα άτομα, ασθενείς σε κατάσταση κόμματος ή ημικόμματος μετά από σοβαρά ατυχήματα.&lt;br /&gt;Η δομή του κειμένου καταδεικνύει σε αντίθεση με τις υποσχέσεις που εμφανίζονται στην εισαγωγή του μια φιλοσοφία, που προσανατολίζεται πολύ λιγότερο σε απαγορεύσεις και πολύ περισσότερο σε προυποθέσεις, υπό τις οποίες οι όποιες επεμβάσεις επιτρέπονται. Εκτός αυτού λείπουν από το κείμενο τελείως βασικοί ορισμοί εννοιών και εκφράσεων, που είναι πολύ ανοιχτές σε τελείως διαφορετικές ερμηνείες, βάζοντας σε κίνδυνο τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα.&lt;br /&gt;Αυτό το σημείο είναι ιδιαίτερα κομβικό για την ψυχιατρική, γιατί αναφέρεται σχεδόν σε όλα το πελατιακό φάσμα ψυχιατρικών ιδρυμάτων και επειδή στο παρελθόν η ψυχιατρική κατηγορήθηκε επανειλημμένως για απάνρωπες συνθήκες μεταχείρισης αυτών των ομάδων, είτε μέσω χειρουργικών επεμβάσεων, είτε μέσω ανεξέλεγκτης χρησιμοποιήσης ασθενών στην έρευνα για τα ψυχοφάρμακα, την έρευνα του εγκεφάλου και την γονιδιακή έρευνα.&lt;br /&gt;Στη συνέχεια παρατίθενται ορισμένα δείγματα από τα επίμαχα άρθρα της σύμβασης βιοηθικής.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;΄Αρθρο 7: Προστασία προσωπών με μια πνευματική/ψυχική νόσο (σε περίπτωση επέμβασης στον τομέα της υγείας):ενα πρόσωπο,...“το οποίο...υποφέρει από μια σοβαρή πνευματική νόσο, μπορεί να οδηγηθεί σε μια επέμβαση, η οποία αποσκοπεί στην θεραπεία της νόσου του, χωρίς την έγκρισή του, μόνο στην περίπτωση που κρίνεται ότι η κατάσταση της υγείας του επιδεινώνεται χωρίς μια τέτοια θεραπεία...“&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;΄Αρθρο 8 (περίπτωση κινδύνου): Αν σε μια περίπτωση κινδύνου δεν μπορεί να παρθεί η απαιτούμενη συγκατάθεση, τότε μπορεί να εφαρμοστεί άμεσα κάθε ιατρικά αναγκαία επέμβαση για το καλό της υγείας του ενδιαφερόμενου προσώπου.&lt;br /&gt;Σημεία που χρειάζονται ερμηνεία: Ποιος ορίζει τον βαθμό σοβαρότητας μιας πνευματικής-ψυχικής νόσου; Ποιος κρίνει ότι η κατάσταση της υγείας του ενδιαφερόμενου προσώπου επιδεινώνεται χωρίς την ενλόγω θεραπεία; Ποιος κρίνει ποιο είναι το συμφέρον της υγείας του ενδιαφερόμενου, όταν ο ίδιος εξαιρείται αυτομάτως από τη διαδικασία της συγκατάθεσής του με την αιτιολογία της πνευματικής/ψυχικής του νόσου; Ποιος ορίζει τον κίνδυνο;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;΄Αρθρο 6: Προστασία προσώπων που είναι ανίκανα να δώσουν την συγκατάθεσή τους&lt;br /&gt;„(1)... μια επέμβαση σε ένα πρόσωπο που είναι ανίκανο να δώσει την συγκατάθεσή του μπορεί να γίνει μόνο προς άμεσο συμφέρον του.&lt;br /&gt;(2) Αν ένας ενήλικας είναι εξαιτίας της νοητικής του αναπηρίας, μιας ασθένειας ή άλλων παρόμοιων λόγων σύμφωνα με τον νόμο ανίκανος να δώσει την συγκατάθεσή του, τότε επιτρέπεται να γίνει η εν λόγω επέμβαση μόνο με συγκατάθεση του νομικού του αντιπροσώπου, μιας νομικά προβλεπόμενης υπηρεσίας ή μιας νομικά προβλεπόμενης επιτροπής.“&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;΄Αρθρο 17: Προστασία προσώπων που είναι ανίκανα να δώσουν την συγκατάθεσή τους:&lt;br /&gt;(1) Ερευνα σε ένα πρόσωπο, το οποίο δεν κατέχει την ικανότητα να δώσει την συγκατάθεσή του, που απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο 5, μπορεί να εφαρμοστεί μόνο στην περίπτωση που καλύπτονται όλες οι κάτωθι προυποθέσεις.&lt;br /&gt;ι) - αν δεν υπάρχει μια εναλλακτική λύση από την άμεση έρευνα σε ανθρώπους, η οποία να έχει παρόμοια αποτελεσματικότητα&lt;br /&gt;- αν οι κίνδυνοι που θα μπορούσαν να προκύψουν για το ενδιαφερόμενο άτομο δεν είναι μεγαλύτεροι από τα πιθανά οφέλη της έρευνας&lt;br /&gt;- αν το αντικείμενο της έρευνας εγκρίθηκε από αρμόδια επιτροπή, αφού διεξήχθη μια ανεξάρτητη εξέταση της επιστημονικής αξίας, της σημασίας του ερευνητικού στόχου και της ηθικής αποδοχής του αντικειμένου αυτού&lt;br /&gt;- αν τα πρόσωπα, στα οποία γίνεται η έρευνα, έχουν ενημερωθεί για τα δικαιώματά τους καθώς και για τα νομικά προβλεπόμενα μέτρα προστασίας τους.&lt;br /&gt;ιι) αν τα αποτελέσματα της έρευνας έχουν πιθανόν άμεση χρησιμότητα για την υγεία του ενδιαφερόμενου προσώπου.&lt;br /&gt;ιιι) Αν δεν μπορεί να εφαρμοστεί μια έρευνα με συγκρίσιμη αποτελεσματικότητα σε άτομα που είναι ικανά να δώσουν την συγκατάθεσή τους&lt;br /&gt;ιν) Αν η σύμφωνα με το άρθρο 6 απαιτούμενη συγκατάθεση έχει δοθεί ειδικά και σε γραπτή μορφή&lt;br /&gt;ν) Αν ο ενδιαφερόμενος δεν εκφράσει διαφωνία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;2) Κατ’ εξαίρεσιν μπορεί να επιτραπεί η έρευνα ακόμα και αν δεν οφελεί άμεσα το ενδιαφερόμενο πρόσωπο, αν πληρούνται οι επόμενες επιπλέον προυποθέσεις&lt;br /&gt;ι) Αν η έρευνα έχει ως στόχο της, μέσω μιας σαφούς βελτίωσης της επιστημονικής γνώσης για την κατάσταση, την νόσο ή τη διαταραχή του ενδιφερόμενου προσώπου, να συμβάλει στην εξαγωγή αποτελεσμάτων, που είναι κατάλληλα να βοηθήσουν/ωφελήσουν τον ενδιαφερόμενο ή άλλα πρόσωπα, που βρίσκονται στην ίδια ηλικία με αυτόν ή υποφέρουν από την ίδια νόσο ή διαταραχή ή βρίσκονται στην ίδια κατάσταση μ’ αυτόν.&lt;br /&gt;ιι) Αν η έρευνα εγκυμονεί ελάχιστους κινδύνους και συνδέεται με ελάχιστη επιβάρυνση του ενδιαφερόμενου προσώπου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κατά βάση είναι - τόσο επεμβάσεις που συνδέονται με την κατάσταση της υγείας του άμεσα ενδιαφερόμενου προσώπου, όσο και απλή έρευνα σε πρόσωπα ανίκανα να δώσουν την συγκατάθεσή τους - σχεδόν πάντα επιτρεπόμενες και μάλιστα χωρίς να προσφέρουν άμεσες ωφέλειες στο εν λόγω πρόσωπο. Λεγόμενοι „περιορισμοί“ βασίζονται σε υποκειμενικές εκτιμήσεις ή ερμηνείες αρμοδίων προσώπων ή φορέων, οι οποίοι δεν μπορούν σε καμιά περίπτωση να εγγυηθούν Μονοσημαντότητα ή Αντικειμενικότητα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Επέμβαση στο γενετικό σύστημα του ανθρώπου είναι από άποψη αρχής επιτρεπόμενη, αρχικά „για προληπτικούς, διαγνωστικούς ή θεραπευτικούς σκοπούς και μόνο όταν δεν αποσκοπεί στην εισαγωγή μιας ειδικής μεταβολής του γενετικού κώδικα στους απογόνους“ (άρθρο 13)&lt;br /&gt;- ΄Ερευνα στα έμβρυα: Ενώ στο σχέδιο του 1994 επιτρεπόταν η έρευνα σε έμβρυα ηλικίας μέχρι 14 ημερών, η ρύθμιση έχει στην σήμερα ισχύουσα σύμβαση ως εξής (άρθρο 18/1):&lt;br /&gt;„...Στο βαθμό που το Δίκαιο επιτρέπει την έρευνα σε έμβρυα in vitro εξασφαλίζεται μ’ αυτόν τον τρόπο μια επαρκής προστασία του εμβρύου“. Ουσιαστικά δεν απαγορεύεται λοιπόν η έρευνα σε έμβρυα. „ Ηπαραγωγή ανθρώπινων εμβρύων για ερευνητικούς σκοπούς είναι όμως απαγορευμένη“ (άρθρο 18/2).&lt;br /&gt;- Η απομάκρυνση οργάνων και ιστών από ζώντες δωρητές για μεταμοσχεύσεις στην περίπτωση προσώπων ανίκανων να δώσουν την συγκατάθεσή τους δεν επιτρέπεται καταρχήν (αρθρο 19, παρ. 1). Στην αμέσως επόμενη παράγραφο υπό την έννοια „Εξαιρέσεις“ - οι οποίες και πάλι δεν ορίζονται - αναιρείται όμως αυτή η απαγόρευση ριζικά. Ως πρώτη προυπόθεση μιας τέτοιας ενέργειας αναφέρεται ι) η μη διαθεσιμότητα ενός προσώπου που είναι ικανό να δώσει την συγκατάθεσή του και λίγο αργότερα (προυπ. ν) το ότι “ο ενλόγω δωρητής δεν εκφράζει αντίρρηση“.&lt;br /&gt;Πέραν τούτου είναι επίσης δυνατή η χρήση ενός μέρους του σώματος για άλλους στόχους απ’ αυτούς που αρχικά προβλέπονταν, „ αν υπάρξει συμφωνία του δότη μετά από νομικά κατοχυρωμένη διαδικασια ενημέρωσης και συγκατάθεσης“ (άρθρο 22). Τα πρόσωπα που είναι ανίκανα να δώσουν την συγκατάθεσή τους υπόκεινται γι’ άλλη μια φορά τον ίδιο κίνδυνο εκμετάλλευσης όπως και στις άλλες περιπτώσεις.&lt;br /&gt;Όλες αυτές οι ρυθμίσεις, που αναφέρονται στην σύμβαση ως „δικαιώματα και ρυθμίσεις προστασίας“ (άρθρο 26), μπορούν να υποστούν περαιτέρω περιορισμούς ή να χάσουν την ισχύ τους „...στο βαθμό που αυτό είναι αναγκαίο στα νομικά προβλεπόμενα πλαίσια μιας δημοκρατικής κοινωνικίας προς συμφέρον της δημόσιας ασφάλειας, για την πρόληψη του εγκλήματος, για την προστασία της δημόσιας υγείας ή για την προστασία των δικαίων και των ελευθεριών“. Μπορεί κανείς να κάνει διάφορες υποθέσεις τι σημασία μπορεί να έχει κάτι τέτοιο για ψυχικά πάσχοντες, νοητικά ανάπηρους ανθρώπους ή άλλες μειονότητες στον πληθυσμό.&lt;br /&gt;Στα τελευταία άρθρα της σύμβασης (αρθρα 33/38) ρυθμίζεται η δυνατότητα των διαφόρων συμβαλλόμενων κρατών-μελών να εκφράσουν τις επιφυλάξεις τους και σε δεδομένη περίπτωση με μια πειστική αιτιολόγηση να απορρίψουν την σύμβαση συνολικά, καθώς και οι διαδικαστικές οδοί μέσω των οποίων μπορεί να τροποιηθεί η σημερινή σύμβαση. Προβλέπεται επίσης μια επανεξέταση της σύμφωνίας κάθε πέντε χρόνια, σύμφωνα με τις πρόσφατες εξελίξεις στις βιολογικές επιστήμες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;4. Κοινωνική κριτική, διαμαρτυρίες και ιστορικοκοινωνικές συνδέσεις&lt;br /&gt;Το σχέδιο του 1994 δέχτηκε, εξαιτίας της δυνατότητας πειραμάτων σε ανάπηρους που νομικά κατοχύρωνε, πολύ ισχυρή κριτική στη Γερμανία από ενώσεις αναπήρων, κοινωνικούς φορείς και χριστιανικές και ιουδαικές εκκλησιαστικές κοινότητες, ενώσεις ειδικών, κυρίως από το χώρο της ψυχιατρικής (Γερμανική Εταιρία κοινωνικής ψυχιατρικής (DGSP), ομάδα εργασίας „Θύματα της αυθανασίας και της βίαιας στείρωσης“, πολιτικός φορέας Rheinland, ομάδα εργασίας για την ιστορική διερεύνηση της Ευθανασίας κ.α.), πρωτοβουλίες πολιτών, ενώσεις ενδιαφερομένων (ειδικά ο πανγερμανικός σύνδεσμος ατόμων με ψυχιατρική εμπειρία), και πολιτικούς εμπειρογνώμονες.&lt;br /&gt;Σ’ αυτές τις διαμαρτυρίες τονίστηκαν και αναλύθηκαν έντονες λογικές και φιλοσοφικές ομοιότητες της σημερινής σύμβασης με την πρακτική της ευθανασίας και της βίαιης στείρωσης στον καιρό του τρίτου Ραιχ στην Ευρώπη και με παρόμοιες κινήσεις σ΄όλον τον υπόλοιπο κόσμο.Το δικαίωμα επέμβασης στον ανθρώπινο γενετικό κώδικα, ακόμα κι αν προς το παρόν επιτρέπεται μόνο για προληπτικούς λόγους, αποτελεί σύμφωνα μ’ αυτήν την κριτική μια ξεκάθαρη θέση πάνω στο θέμα της αξίας της ανθρώπινης ζωής καθαυτής, της αξίας της ανάπηρης ή δυνητικά ανάπηρης ζωής, και νομιμμοποιεί ανθρώπινες παρεμβάσεις στην φύση με ανέξελεγκτες συνέπειες. Η ευγονική παράνοια του τρίτου ράιχ και άλλες παρόμοιες κινήσεις στην ιστορία της ανθρώπότητας βρίσκουν μ’ αυτήν την σύμβαση την πολιτική και επιστημονική τους νομιμοποίηση.&lt;br /&gt;Μέσω αυτής της κριτικής τέθηκε ο ρόλος της επιστήμης για μια ακόμα φορά ριζικά σε κοινωνικό έλεγχο και κρίθηκε μέσω καθημερινών παραδειγμάτων ελάχιστα πειστικός, κοινωνικά ύποπτος και ανάξιος της εμπιστοσύνης του πολίτη.&lt;br /&gt;Ο αδιαφανής τρόπος με τον οποί το ευρωπαικό συμβούλιο κάλυψε την υπόθεση πριν την απροσδόκητη δημοσίευση του προσχεδίου της σύμβασης επανέφερε ζητήματα όπως η σταδιακή αποδυνάμωση των λεγόμενων δημοκρατικών θεσμών (εθνικών κοινοβουλίων) στα πλαίσια της ενωμένης Ευρώπης και πάλι στην επικαιρότητα.&lt;br /&gt;Η Βιοηθική κριτικάρεται σ’ όλες αυτές τις διαμαρτυρίες ως η αυτονομιμοποίηση μιας ολοκληρωτικής ιατρικής. Στο παρακάτω απόσπασμα από την διακήρυξη του Grafeneck τον Μάρτιο του 1996 - σχετικά με τον αισιόδοξο χαρακτήρα του αντίστοιχου κειμένου της Ουνέσκο - φαίνεται ο χαρακτήρας που πήραν αυτές οι διαμαρτυρίες.&lt;br /&gt;„...Μετά τις καταστροφές της σύγχρονης ατομικής φυσικής, μετά τη Χιροσίμα και το Τσέρνομπιλ, είναι αυτή η αισιοδοξία μια παραπλάνηση. Θεωρούμε επικiνδυνο το ότι το σύγχρονο σκεπτικό, με το οποίο πρέπει σήμερα οι Βιοεπιστήμες να επανεξεταστούν ηθικά, είναι η Βιοηθική. Διαπιστώνουμε με μεγάλη ανησυχία ότι η Βιοηθική δεν είναι όργανο προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά αντίθετα πλήττει σε ορισμένα σημεία καίρια τη βάση αυτών των δικαιωμάτων, περιφρονεί την ιστορική εμπειρία και υποτάσσει την προστασία του ατόμου σε αξιολογήσεις που υπακούν άλλους σκοπούς...Στεκόμαστε με μεγάλες επιφυλάξεις μπρος σε αναφορές της Βιοηθικής σε „Ευρύτερα συμφέροντα“, στο „καλό των ερχόμενων γενεών“ και σε οικονομικά σκεπτικά. Σ’ όλα αυτά βλέπουμε τον κίνδυνο επανάληψης της ιστορίας.&lt;br /&gt;Γιγαντομανείς φαντασίες γύρω από την υγεία οδήγησαν στην περίοδο των Ναζί στην περιφρόνηση όχι μόνο των δικαιωμάτων, αλλά και της ζωής των επιμέρους ατόμων, με στόχο να θεραπευτεί το “λαικο σώμα“...&lt;br /&gt;Απορρίπτουμε μετά τις ιστορικές εμπειρίες των πειραμάτων σε ανθρώπους στην εποχή των Ναζί και την αξιολόηγησή τους μετά το 1945 ριζικά μια ιατρική πρόοδο, που στηρίζεται σε πειράματα που πλήττουν τα ανθρώπινα δικαιώματα.&lt;br /&gt;Η ιατρική πρόοδος δεν οδήγησε στο παρελθόν από μόνη της στην βελτίωση της ποιότητας και του μέσου όρου ζωής των ανθρώπων. Η ιατρική περίθαλψη της πλειοψηφίας των ανθρώπων σήμερα στον κόσμο δεν ανταποκρίνεται σε καμιά περίπτωση στο επίπεδο προόδου της ιατρικής γνώσης. Γι’ αυτόν τον λόγο πρέπει η πρόοδος των βιοεπιστημών και της ιατρικής να κρίνεται πάντα με μέτρο την δίκαια κατανομή των ιατρικών αποθεμάτων στον κόσμο. Μια ανθρωπιστική πρόοδος των βιοεπιστημών και της βιοιατρικής είναι δυνατή μόνο στη βάση των αρχών της ελευθερίας, της ιστότιμης πρόσβασης στη γνώση και της μη διαπραγματευσιμότητας της αξιοπρέπειας και του δικαιώματος στη ζωή όλων των ανθρώπων...“.&lt;br /&gt;Με την υπερψήφιση της σύμβασης Βιοηθικής του ευρωπαικού συμβουλίου τον Νοέμβριο του 1996 δείχνει να έκλεισε σε νομικό επίπεδο και η συζήτηση για την αξία και την ιεράρχηση των σημασιών γύρω από την ανθρώπινη ζωή. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, χωρίς να καταψηφίσει ανοιχτά τη σύμβαση, ήταν η μόνη χώρα που αρνήθηκε ωστόσο να καταθέσει ψήφο στην τελευταία αποφασιστική συνεδρία. Το έργο της ομάδας ειδικών, που διαμόρφωσαν το τελικό κείμενο της συμφωνίας έχει κανονιστικό/νομοθετικό χαρακτήρα για περίπου 320 εκατομμύρια πολίτες της Ευρώπης και πρόκειται μέσω της Ουνέσκο να επηρεάσει ολοφάνερα τα επόμενα χρόνια τους πολίτες όλου του κόσμου.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/8808554615712483230-8289837645961590305?l=paratiritiriopsy-psy-n.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://paratiritiriopsy-psy-n.blogspot.com/feeds/8289837645961590305/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=8808554615712483230&amp;postID=8289837645961590305' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/8808554615712483230/posts/default/8289837645961590305'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/8808554615712483230/posts/default/8289837645961590305'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://paratiritiriopsy-psy-n.blogspot.com/2008/04/blog-post.html' title='Η σύμβαση Βιοηθικής του Ευρωπαικού Συμβουλίου ή προτεραιότητα στην έρευνα και όχι στον άνθρωπο στα πλαίσια της ενωμένης Ευρώπης'/><author><name>παρατηρητήριο</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry></feed>
