Κυριακή, 4 Μαΐου 2008

Σύσταση R83/2

α. Σύσταση με αριθμό R83/2 που έγινε αποδεκτή από την Επιτροπή των Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης στις 22 Φεβρουαρίου 1983 (Νομική Προστασία προσώπων που πάσχουν από ψυχική διαταραχή και εισέρχονται ως εκούσιοι πάσχοντες. Legal protection of persons- suffering from mental disorders placed as involuntary patients) Η Επιτροπή των Υπουργών, σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 156 του Νόμου του Συμβουλίου της Ευρώπης. Θεωρώντας ότι σκοπός του Συμβουλίου της Ευρώπης είναι η επίτευξη της μέγιστης ενότητας μεταξύ των μελών του, ιδιαίτερα μέσα από την εναρμόνιση των νόμων σε ζητήματα κοινού ενδιαφέροντος. Έχοντας υπόψη τη Σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και την εφαρμογή της από τα όργανα που έχουν ιδρυθεί στα πλαίσια αυτής της συνθήκης. Έχοντας υπόψη την πρόταση 818 (1977) της Συμβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με την κατάσταση του ψυχικά αρρώστου. Θεωρώντας ότι η κοινή δράση σε ευρωπαϊκό επίπεδο θα προάγει την επιθυμητή καλύτερη προστασία των προσώπων που πάσχουν από ψυχική διαταραχή. Συνιστά στις Κυβερνήσεις των χωρών μελών να προσαρμόσουν τους νόμους τους στους κανόνες που επισυνάπτονται στην πρόταση αυτή ή να υιοθετήσουν άρθρα σύμφωνα με τους κανόνες αυτούς όταν εισάγουν νέα νομοθεσία. ΚΑΝΟΝΕΣ ΑΡΘΡΟ 1 1Αυτοί οι κανόνες αφορούν τον ακούσιο εγκλεισμό προσώπων που πάσχουν από ψυχική διαταραχή. Εγκλεισμός που αποφασίστηκε ύστερα από ποινική διαδικασία δεν καλύπτεται από αυτούς τους κανόνες. Όμως οι κανόνες 5,9,10 και 11 ισχύουν και για εγκλεισμό αυτού του είδους. 2.Ακούσιος εγκλεισμός (στο εξής θα αναφέρεται ως «εγκλεισμός) σημαίνει την εισαγωγή και κράτηση για θεραπεία, προσώπου που πάσχει από ψυχική διαταραχή (στο εξής θα αναφέρεται ως «πάσχων» σε νοσοκομείο, σε άλλο ιατρικό ίδρυμα ή κατάλληλο χώρο (στο εξής θα αναφέρεται ως «ίδρυμα») όταν η εισαγωγή αυτή δεν έγινε με δική του αίτηση. 3.Η εισαγωγή ενός αρρώστου για θεραπεία σε ίδρυμα, ύστερα από δική του αίτηση δεν υπάγεται στην δικαιοδοσία αυτών των κανόνων. Όμως οι κανόνες αυτοί ισχύουν στις περιπτώσεις όπου ένας άρρωστος που έχει εισαχθεί αρχικά με δική του αίτηση εξακολουθεί να κρατείται παρά την επιθυμία του να εξέλθει. ΑΡΘΡΟ 2 Οι ψυχίατροι και οι άλλοι γιατροί, προκειμένου να προσδιορίσουν εάν ένα πρόσωπο πάσχει από ψυχική διαταραχή και χρειάζεται εγκλεισμό ενεργούν, σύμφωνα με τις αρχές της ιατρικής επιστήμης. Η δυσκολία προσαρμογής σε ηθικές, κοινωνικές, πολιτικές ή άλλες αξίες, αυτή καθ’ εαυτή, δεν πρέπει να θεωρείται ως ψυχική διαταραχή. ΑΡΘΡΟ 3 Εφ’ όσον δεν υπάρχουν άλλα μέσα για την παροχή της κατάλληλης θεραπείας: Ένας άρρωστος μπορεί να εγκλεισθεί σε ίδρυμα μόνον όταν, εξ αιτίας της ψυχικής του διαταραχής αντιπροσωπεύει ένα σοβαρό κίνδυνο για τον εαυτό του ή για άλλα πρόσωπα. Τα Κράτη, όμως μπορούν να προβλέψουν επίσης ότι ένας άρρωστος μπορεί να εγκλεισθεί και όταν εξ αιτίας της σοβαρής φύσης της ψυχικής του διαταραχής ο μη εγκλεισμός του θα οδηγούσε σε επιδείνωση της διαταραχής του ή θα παρεμπόδιζε την παροχή της κατάλληλης θεραπείας. ΑΡΘΡΟ 4 1. Μια απόφαση εγκλεισμού πρέπει να λαμβάνεται από δικαστική ή άλλη κατάλληλη αρχή, προβλεπόμενη από το Νόμο. Σε επείγουσα περίπτωση, ένας άρρωστος μπορεί να εισαχθεί και να κρατηθεί αμέσως σ’ ένα ίδρυμα με απόφαση ενός γιατρού, που κατόπιν πρέπει να ενημερώσει αμέσως την δικαστική ή άλλη αρχή, η οποία πρέπει να πάρει την απόφαση της. Οποιαδήποτε απόφαση της αρμόδιας δικαστικής ή άλλης αρχής για την οποία γίνεται λόγος σ’ αυτή τη παράγραφο, πρέπει να λαμβάνεται ύστερα από ιατρική γνωμάτευση και με απλή και σύντομη διαδικασία. 2. Όταν μια απόφαση εγκλεισμού λαμβάνεται από μη δικαστικό όργανο ή πρόσωπο, αυτό το όργανο ή το πρόσωπο πρέπει να είναι διαφορετικό από αυτό που αρχικά ζήτησε ή πρότεινε τον εγκλεισμό. Ο άρρωστος πρέπει αμέσως να πληροφορείται τα δικαιώματα του και πρέπει να έχει το δικαίωμα να κάνει έφεση σε δικαστήριο το οποίο θα αποφασίσει με μια διαδικασία απλή και σύντομη. Εκτός αυτού, από μιαν αρμόδια αρχή, πρέπει να υποδεικνύεται ένα πρόσωπο, που καθήκον του είναι να βοηθήσει τον άρρωστο να αποφασίσει εάν θα κάνει έφεση, χωρίς περιορισμό του δικαιώματος έφεσης οποιουδήποτε άλλου ενδιαφερομένου προσώπου. 3. Όταν η απόφαση λαμβάνεται από μια δικαστική αρχή ή όταν ασκείται έφεση ενώπιον δικαστικής αρχής, κατά απόφασης εγκλεισμού που έχει ληφθεί από διοικητικό όργανο, ο άρρωστος πρέπει να ενημερώνεται για τα δικαιώματα του και να έχει την πρακτική δυνατότητα να ακουστεί προσωπικά από έναν δικαστή, εκτός εάν ο δικαστής λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση της υγείας του αρρώστου, αποφασίσει να τον ακούσει δι’ αντιπροσώπου. Πρέπει επίσης ο άρρωστος να ενημερώνεται για το δικαίωμα του να προσφύγει κατά της απόφασης που διατάσσει ή επικυρώνει τον εγκλεισμό και εάν το ζητήσει ο ίδιος ή το θεωρήσει πρόσφορο ο δικαστής, πρέπει να έχει το δικαίωμα της συμπαράστασης με νομικό σύμβουλο ή άλλο πρόσωπο. 4. Οι δικαστικές αποφάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 3 πρέπει να υπόκεινται σε έφεση. ΑΡΘΡΟ 5 1. Ένας άρρωστος που βρίσκεται υπό εγκλεισμό, έχει το δικαίωμα να θεραπεύεται υπό τις ίδιες ηθικές και επιστημονικές συνθήκες υπό τις οποίες θεραπεύεται και οποιοσδήποτε άλλος άρρωστος, και μέσα στις ίδιες συνθήκες περιβάλλοντος. Ιδιαίτερα έχει δικαίωμα να δέχεται την κατάλληλη αγωγή και περίθαλψη. 2. Μια θεραπευτική αγωγή που δεν είναι ακόμα γενικά αναγνωρισμένη από την Ιατρική Επιστήμη ή εμφανίζει σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης μόνιμης εγκεφαλικής βλάβης ή ριζικής μεταβολής της προσωπικότητας μπορεί να δοθεί μόνο εάν ο γιατρός το θεωρεί απολύτως απαραίτητο και εάν ο άρρωστος , αφού ενημερωθεί έχει δώσει τη ρητή συναίνεση του. Εάν ο άρρωστος δεν είναι σε θέση να κατανοήσει τη φύση της θεραπείας ο γιατρός πρέπει να υποβάλλει το ζήτημα προς επίλυση, σε μια ανεξάρτητη κατάλληλη αρχή που προβλέπει ο νόμος, η οποία θα συμβουλέψει το νόμιμο εκπρόσωπο του αρρώστου, εάν υπάρχει. 3. Κλινικές δοκιμές προϊόντων και θεραπειών που δεν έχουν ψυχιατρικό θεραπευτικό σκοπό σε πρόσωπα που πάσχουν από ψυχική διαταραχή και βρίσκονται σε εγκλεισμό, πρέπει να απαγορεύονται. Κλινικές δοκιμές που έχουν ψυχιατρικό θεραπευτικό σκοπό είναι ένα θέμα προς ρύθμιση από την εθνική νομοθεσία. ΑΡΘΡΟ 6 Οι περιορισμοί της προσωπικής ελευθερίας του αρρώστου πρέπει να περιορίζονται σ’ αυτούς μόνο που είναι απαραίτητοι εξ αιτίας της κατάστασης της υγείας του και για την επιτυχία της θεραπείας. Όμως δεν πρέπει να περιορίζεται το δικαίωμα του αρρώστου : Να επικοινωνεί με κάθε αρμόδια αρχή, το πρόσωπο που αναφέρεται στο άρθρο 4 και ένα δικηγόρο Να στέλνει οποιοδήποτε κλειστό γράμμα. ΑΡΘΡΟ 7 Ένας άρρωστος δεν πρέπει να μεταφέρεται από ένα ίδρυμα σε ένα άλλο παρά μόνο αφού ληφθούν υπόψη το θεραπευτικό του συμφέρον και όσο είναι δυνατό οι επιθυμίες του. ΑΡΘΡΟ 8 1. Ένας εγκλεισμός πρέπει να γίνεται για ορισμένη χρονική περίοδο, ή, τουλάχιστον η αναγκαιότητα του εγκλεισμού πρέπει να επανεξετάζεται σε τακτικά χρονικά διαστήματα Οι αρχές του Άρθρου 4, παρ. 3 ισχύουν. 2. Ο εγκλεισμός μπορεί να τερματιστεί οποιαδήποτε στιγμή με απόφαση: α)του γιατρού ή β)μιας αρμόδιας αρχής που δρα με δική της πρωτοβουλία ή μετά από αίτηση του αρρώστου ή οποιουδήποτε άλλου ενδιαφερόμενου προσώπου 3. Ο τερματισμός του εγκλεισμού δεν συνεπάγεται οπωσδήποτε το τέλος της θεραπείας που μπορεί να συνεχιστεί σε εκούσια βάση. ΑΡΘΡΟ 9 1. Ο εγκλεισμός αυτός καθ’ αυτός, δεν μπορεί να συνιστά από τον ίδιο το νόμο λόγο περιορισμό της δικαιοπρακτικής ικανότητας του αρρώστου 2. Εντούτοις, η αρχή που αποφασίζει έναν εγκλεισμό πρέπει να εξετάσει, , εάν χρειάζεται, τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για να προστατευθούν τα υλικά συμφέροντα του αρρώστου. ΑΡΘΡΟ 10 Σε κάθε περίπτωση, η αξιοπρέπεια του αρρώστου πρέπει να είναι σεβαστή και να παίρνονται τα απαραίτητα μέτρα για την προστασία της υγείας του. ΑΡΘΡΟ 11 Αυτοί οι κανόνες δεν περιορίζουν τη δυνατότητα ενός Κράτους-μέλους να υιοθετήσει ρυθμίσεις που να εξασφαλίζουν μεγαλύτερη νομική προστασία σε πρόσωπα που υποφέρουν από ψυχική διαταραχή και υπόκεινται σε εγκλεισμό.