Άννα Εμμανουηλίδου, Διπλ.-Ψυχολόγος
„Σύμφωνα με τις ανακαλύψεις της γενετικής, της Νευροβιολογίας και της εμβριολογίας...“ αναφέρεται σε ένα έγγραφο της Ουνέσκο σχετικά με αυτήν την διακήρυξη (Doc. 93-4 έως Doc. Ιnf.1) „...ο άνθρωπος έχει για πρώτη φορά πρόσβαση στη γνώση τη σχετική με τους μηχανισμούς της ίδιας του της ζωής. Μέσω αυτής της γνώσης έχει σήμερα στα χέρια του την εξουσία να παρέμβει τροποποιητικά στην διαδικασία ανάπτυξης όλης της ζωής, όλων των ζώντων ειδών, συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού του. Ϊσως για πρώτη φορά στην ιστορία έχει η ανθρωπότητα χάριν της γνώσης και των τεχνικών επιτευγμάτων της την ευκαιρία να απαντήσει στις προκλήσεις του μέλλοντος με σύγχρονη σκέψη, αντί να καταφεύγει εκ των υστέρων σε απολογισμούς ζημιών...“.
Με βάση αυτό το σκεπτικό ξεκίνησε η κίνηση κατάρτισης της σύμβασης Βιοηθικής στα πλαίσια του ευρωπαικού συμβουλίου, σαν ένα είδος προετοιμασίας της διεθνούς σύμβασης της Ουνέσκο.
1. Εισαγωγή. Τι είναι η Σύμβαση Βιοηθικής
Η UNESCO σχεδίαζε για το 1998 - 50 χρόνια μετά τη γενική διακήρυξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων το 1948 - μια διεθνή Διακήρυξη για την εφαρμογή των νέων βιοεπιστημών στον άνθρωπο με τον αρχικό τίτλο „Διακήρυξη Βιοηθικής“. Γι’ αυτόν τον λόγο ιδρύθηκε το 1993 από τη γενική συνέλευση της Ουνέσκο μια διεθνής επιτροπή Βιοηθικής. Η Σύμβαση Βιοηθικής του ευρωπαικού συμβουλίου, την οποία διαπραγματεύεται αυτό το κείμενο, προετοίμασε αυτή την διαδικασία της Ουνέσκο σε ευρωπαικό επίπεδο με προοπτική να επηρεάσει τη διεθνή διακήρυξη. Ως επίσημος στόχος του ευρωπαικού συμβουλίου κατά την διαμόρφωση αυτής της σύμβασης διατυπώθηκε η επίτευξη μια ευρύτερης ενότητας απόψεων ανάμεσα στα μέλη του συμβουλίου.
Η σύμβαση διατυπώθηκε ως σύμβαση πλαίσιο. Αυτό σημαίνει ότι περιέχει γενικές αρχές πάνω στην εφαρμογή της Βιολογίας και της Ιατρικής στους ανθρώπους, οι οποίες τον Νοέμβριο του 1996 εγκρίθηκαν πανευρωπαικά και από τότε επηρεάζουν την νομοθεσία και την πρακτική των κρατών-μελών της ευρωπαικής Ένωσης στον τομέα της εφαρμογής των βιοεπιστημών. Η Ελλάδα όχι μόνο ανήκει σ’ αυτόν το κύκλο, αλλά υπήρξε και μια από τις χώρες, που στη διαδικασία συζήτησης του κειμένου της σύμβασης δεν εξέφρασε επίσημα ενστάσεις ή αντιστάσεις, όπως άλλα κράτη - κυρίως η Γερμανία, η οποία και τελικά ήταν η μόνη ευρωπαικη χώρα που δεν υπερψήφισε την σύμβαση.
Σ’ αυτό το κείμενο γίνεται προσπάθεια να παρουσιαστεί κατά το δυνατόν λιτά το χρονικό, η δυναμική ανάπτυξης και το περιεχόμενο αυτής της σύμβασης, η οποία αποτελεί εδώ και 3 χρόνια νομικό πλαίσιο και στη χώρα μας. Βαθύτερες πολιτικές και φιλοσοφικές αναλύσεις αφήνονται στον αναγνώστη. Ενδιαφέρον θα ήταν να εξεταστεί στην σημερινή (ψυχ-)ιατρική καθημερινότητα σε ποιο βαθμό επηρεάζει αυτό το ευρωπαικό κατασκεύασμα τη μοίρα των ανθρώπων που ως „βαριές περιπτώσεις„ καταλήγουν σε καταστήματα, που παρέχουν (ψυχ-) ιατρική βοήθεια.
2. Σύντομη ιστορική αναδρομή
Οι διαδικασίες που έλαβαν χώρα μέχρι το 1997 σχετικά με την Σύμβαση Βιοηθικής σε ευρωπαικό επίπεδο παρέμειναν κατά το μεγαλύτερο μέρος τους κρυφές υπό την έννοια του „άκρως απόρρητοu“ για 8 ολόκληρα χρόνια στα γραφεία του ευρωπαικού κοινοβουλίου στο Στραβούργο. Ο αρμόδιος συνεργάτης του Ευρωπαικού κοινοβουλίου είχε γι’ αυτόν το λόγο συχνές προγραμματισμένες συναντήσεις συμβουλευτικού χαρακτήρα με αντιπροσώπους της Ευρωπαικής Ενωσης Ερευνητικών Φορέων (ΕSF). Η σύμβαση ήρθε στο φως της δημοσιότητας τον Απρίλιο του 1994 τελείως απροσδόκητα με πρωτοβουλία κάποιας ομάδας πολιτών - μέχρι τότε παρέμενε αυστηρά μυστική.
Απρίλιος 1994: Δημοσίευση της τότε έγκυρης μορφής της σύμβασης στην εφημερίδα Frankfurter Rundschau με πρωτοβουλία μιας ομάδας πολιτών.
Ιούνιος 1994: Τα μέλη του Παγκόσμιου Συνεδρίου Κοινωνικής Ψυχιατρικής στο Αμβούργο ψηφίζουν ένα ψήφισμα/προειδοποίηση καταγγέλλοντας ανεπαρκείς προστατευτικούς κανονισμούς στην Σύμβαση Βιοηθικής και την γενικότερη παράνοια της σύγχρονης Βιο-ιατρικής. Η γερμανική ομάδα εργασίας „Θύματα της ευθανασίας και της βίαιας στείρωσης“ και ο πολιτικός φορέας της Ράινλαντ απευθύνονται στην κοινή γνώμη με παρόμοιες επιφυλάξεις.
Ιούλιος 1994: Μια επιτροπή του ευρωπαικού συμβουλίου, στην οποία ανήκουν περίπου 60 ειδικοί των κρατών-μελών, ανάμεσά τους γιατροί, νομικοί, βιολόγοι, φιλόσοφοι, παρουσιάζει ένα προσωρινό σχέδιο μιας σύμβασης Βιοηθικής, με στόχο να ξεκινήσει μια ανοιχτή συζήτηση πάνω στο θέμα, μετά την αναταραχή που ξεσήκωσε στην γερμανική κοινή γνώμη η αδιάκριτη δημοσίευση του „αυστηρά εμπιστευτικού“ σχεδίου της σύμβασης. Αυτό το σχέδιο πήρε το όνομα „Σχέδιο σύμβασης για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας την εφαρμογή της βιολογίας και της ιατρικής: Σύμβαση Βιοηθικής“.
Τμήμα δικαίου του ευρωπαικού συμβουλίου, Ιούλιος 1994: „...Το σχέδιο πρέπει να εξαιρεθεί υπό την παρούσα μορφή με έγκριση της επιτροπής υπουργών από το απόρριτο, ώστε η επιτροπή καθοδήγησης και οι κυβερνήσεις να είναι σε θέση να συμμετέχουν στα απαραίτητα διαβούλια, για να λάβουν αργότερα υπόψιν τους τις απόψεις που θα εκφραστούν στην διαμόρφωση της οριστικής μορφής της σύμβασης... Η εξαίρεση από το απόρριτο στην παρούσα φάση δεν σημαίνει συμφωνία του συμβουλίου υπουργών με το περιεχόμενο του σχεδίου σύμβασης και δεν αποτελεί σε καμιά περίπτωση περιορισμό της πολιτικής ευθύνης του συμβουλίου υπουργών και των κρατών-μελών της ευρωπαικού συμβουλίου...“
Οκτώβριος 1994: Το Υπουργείο Δικαιοσύνης της Γερμανίας έδωσε το Σχέδιο στην Βουλή, στο Εθνικό Συμβούλιο, στα ομοσπονδιακά τμήματα δικαιοσύνης, στις εκκλησίες και στους φορείς, για τους οποίους πιστευόταν ότι σχετίζονται άμεσα ή ενδιαφέρονται για με το θέμα, με την παράκληση να το λάβουν υπόψιν τους και να πάρουν θέση επ’ αυτού - στην ουσία πολύ αργά, αφού το ευρωπαικό κοινοβούλιο έπρεπε να πάρει συγκεκριμένη θέση τον ίδιο ακριβώς μήνα. Ως αιτία αυτής της καθυστέρησης δόθηκε από την γερμανίδα αρμόδια υπουργό η έλλειψη μέχρι τούδε γερμανικής μετάφρασης του Σχεδίου...
Το ευρωπαικό κοινοβούλιο δεν μπόρεσε τον Οκτώβριο του 1994 να παραδώσει την αναμενόμενη θέση-εκτίμηση και αποφάσισε να θέσει το Σχέδιο της Σύμβασης υπό έλεγχο στις αρμόδιες επιτροπές (Έρευνας και Τεχνολογίας, Δικαίου, Υγείας). Ιδιαίτερα αιχμηρά σημεία προς συζήτηση ήταν το θέμα των επεμβάσεων σε πρόσωπα, που δεν μπορούν να δώσουν την συγκατάθεσή τους, των επεμβάσεων στον ανθρώπινο γενετικό κώδικα και της έρευνας σε έμβρυα.
Τον Φεβρουάριο του 1995 κατέφθασε ένα νέο σχέδιο με μια επιπλέον λίστα με συνολικά 16 επιθυμίες αλλαγών (Opinion No 184, 1995). Σ’ αυτό το νέο κείμενο επιτρεπόταν η έρευνα σε ανθρώπους, μόνο σε περίπτωση που υπάρχουν άμεσα οφέλη για την υγεία του ενδιαφερόμενου προσώπου. Παράλληλα ενισχύθηκε η απαγόρευση για την παραγωγή ανθρώπινων εμβρύων για ερευνητικούς λόγους. Το ευρωπαικό κοινοβούλιο ενέκρινε κατά βάση το αλλαγμένο κείμενο, το οποίο απαιτούσε επιπλέον βελτιώσεις - και κυρίως αυστηρότερες ρυθμίσεις για την έρευνα στον χώρο της αναπηρίας. Εξαιρέθηκαν ωστόσο από το κυρίως κείμενο της σύμβασης ιδιαίτερα ευαίσθητα σημεία, τα οποία έπρεπε να αποφασιστούν στα λεγόμενα „περαιτέρω πρωτόκολλα“, τα οποία θα είχαν την ίδια ισχύ με το κυρίως κείμενο της σύμβασης και το ειδικό περιεχόμενό τους θα παρέμενε μυστικό.
Στις 12. Μαίου 1995 απαίτησε το κόμμα των Πρασίνων στη Γερμανία την παρουσίαση της επιχειρηματολογίας των ειδικών συμβουλευτικών επιτροπών πάνω το θέμα στη γερμανική Βουλή, ώστε το κοινοβούλιο να είναι από άποψη ενημέρωσης σε θέση να επηρεάσει την τελική θέση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στο καθοδηγητικό συμβούλιο του ευρωπαικού συμβουλίου. Το αρμόδιο όργανο Δικαίου της γερμανικής βουλής ενέκρινε το αίτημα, πράγμα που θεωρήθηκε θετικό σημείο αντοχής των δημοκρατικών θεσμών. Στις 17.05.1995 εγκρίθηκε από τη Βουλή η οργάνωση της ζητούμενης εκδήλωσης, στην οποία σχεδόν όλα τα μέλη της επιτροπής άσκησαν ιδιαίτερα οξεία κριτική στην σύμβαση.
Στις 14.08.1995 δημοσίευσε η Frankfurter Rundschau το κείμενο της Ουνέσκο πάνω στην Σύμβαση Βιοηθικής, ένα κείμενο που ανέλυε το πολιτικό και ηθικό υπόβαθρο του θέματος και ξεσήκωσε ακόμα μεγαλύτερες διαμαρτυρίες.
Το Ιούνιο 1996 εμφανίστηκε η τελική έκδοση της Σύμβασης Βιοηθικής του ευρωπαικού συμβουλίου, στην οποία - σύμφωνα με την επιτροπή του ευρωπαικού συμβουλίου - λήφθηκαν υπόψιν οι θέσεις που εκφράστηκαν σχετικά με το Σχέδιο του 1994. Αυτή τη φορά το όνομα της σύμβασης ήταν „Σχέδιο συμφωνίας για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ανθρώπινης αξιοπρέπειεας στην εφαρμογή της Βιολογίας και της Ιατρικής: συμφωνία ανθρώπινων δικαιωμάτων στην Βιοιατρική“. Πρόκειται για το κείμενο, που ψηφίστηκε επίσημα οριστικά τον Νοέμβριο του 1996 από το ευρωπαικό κοινοβούλιο.
3. Το περιεχόμενο της Σύμβασης Βιοηθικής
Στην εισαγωγή της Σύμβασης γίνεται υπενθύμιση σε όλες της ευρωπαικές και παγκόσμιες ανθρωπιστικές διακηρύξεις, στην παράδοση των οποίων θεωρείται ότι ανήκει η σύμβαση Βιοηθικής. Προστασία των Ανθρώπινων δικαιωμάτων, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και των βασικών ελευθεριών είναι οι κύριες ιδέες που αναφέρονται ως βάση του τελικού κειμένου. Η σύμβαση Βιοηθικής όφειλε σύμφωνα με την Εισαγωγή να συμβάλει σ’ αυτήν την προστασία κατά την εφαρμογή της Βιολογίας και της Ιατρικής. Στα πλαίσια των βασικών αρχών της σύμβασης αναφέρονται τα παρακάτω: στην εφαρμογή των βιοεπιστημών...
- πρέπει να ληφθεί υπόψιν η τάχιστη ανάπτυξη στους τομείς της Βιολογίας και της Ιατρικής...
- οι πρόδοι στην Βιολογία και την Ιατρική οφείλουν να χρησιμοποιηθούν για το καλό των τωρινών και των μελλοντικών γενεών...
- είναι αναγκαία μια διεθνής συνεργασία, ώστε να μπορέσει η ανθρωπότητα ως σύνολο να απολαύσει τα επιτεύγματα της Βιολογίας και της Ιατρικής...
Τα συγκεκριμένα θέματα, που συζητιούνται στο κείμενο της συμφωνίας, είναι:
1) συγκατάθεση των ενδιαφερόμενων προσώπων σε περίπτωση επεμβάσεων στον τομέα της υγείας γενικά και στον τομέα της έρευνας των βιοεπιστημών
2) η ιδιωτική σφαίρα των ενδιαφερόμενων προσώπων και το δικαίωμά τους στην πληροφόρηση
3) άσκηση επιστημονικής έρευνας στον τομέα της βιολογίας και της ιατρικής
4) επέμβαση στον ανθρώπινο γενετικό κώδικα
5) η θέση ατόμων που δεν είναι ικανά να δώσουν την συγκατάθεσή τους σε θέματα έρευνας στην νέα τάξη πραγμάτων
6) έρευνα σε έμβρυα
7) λήψη οργάνων και ιστών από δωρητές για μεταμοσχεύσεις.
Ένα από τα σημαντικότερα σημεία, που προκάλεσε πολλές συζητήσεις και αναστάτωση, είναι το θέμα της συγκατάθεσης των ενδιαφερόμενων προσώπων σε επεμβάσεις τόσο ιατρικού όσο και ερευνητικού χαρακτήρα και οι ρυθμίσεις για τα άτομα που θεωρούνται ανίκανα να δώσουν την συγκατάθεσή τους. Ως τέτοια θωρούνται παιδιά, κυρίως παιδιά χωρίς (φυσικούς) γονείς, που μεγαλώνουν σε ιδρύματα ή στον δρόμο, γιατί υπάρχουν γι΄αυτά μόνο τρίτα πρόσωπα, υπηρεσίες ή συμβούλια, που σε τέτοια περίπτωση τα αντιπροσωπεύουν και παίρνουν αποφάσεις για λογαριασμό τους. Σ’ αυτήν την ομάδα ανήκουν επίσης ψυχικά πάσχοντα πρόσωπα, άνθρωποι με νοητική αναπηρία, οργανικά ψυχοσύνδρομα ή ανοικά ηλικιωμένα άτομα, ασθενείς σε κατάσταση κόμματος ή ημικόμματος μετά από σοβαρά ατυχήματα.
Η δομή του κειμένου καταδεικνύει σε αντίθεση με τις υποσχέσεις που εμφανίζονται στην εισαγωγή του μια φιλοσοφία, που προσανατολίζεται πολύ λιγότερο σε απαγορεύσεις και πολύ περισσότερο σε προυποθέσεις, υπό τις οποίες οι όποιες επεμβάσεις επιτρέπονται. Εκτός αυτού λείπουν από το κείμενο τελείως βασικοί ορισμοί εννοιών και εκφράσεων, που είναι πολύ ανοιχτές σε τελείως διαφορετικές ερμηνείες, βάζοντας σε κίνδυνο τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα.
Αυτό το σημείο είναι ιδιαίτερα κομβικό για την ψυχιατρική, γιατί αναφέρεται σχεδόν σε όλα το πελατιακό φάσμα ψυχιατρικών ιδρυμάτων και επειδή στο παρελθόν η ψυχιατρική κατηγορήθηκε επανειλημμένως για απάνρωπες συνθήκες μεταχείρισης αυτών των ομάδων, είτε μέσω χειρουργικών επεμβάσεων, είτε μέσω ανεξέλεγκτης χρησιμοποιήσης ασθενών στην έρευνα για τα ψυχοφάρμακα, την έρευνα του εγκεφάλου και την γονιδιακή έρευνα.
Στη συνέχεια παρατίθενται ορισμένα δείγματα από τα επίμαχα άρθρα της σύμβασης βιοηθικής.
΄Αρθρο 7: Προστασία προσωπών με μια πνευματική/ψυχική νόσο (σε περίπτωση επέμβασης στον τομέα της υγείας):ενα πρόσωπο,...“το οποίο...υποφέρει από μια σοβαρή πνευματική νόσο, μπορεί να οδηγηθεί σε μια επέμβαση, η οποία αποσκοπεί στην θεραπεία της νόσου του, χωρίς την έγκρισή του, μόνο στην περίπτωση που κρίνεται ότι η κατάσταση της υγείας του επιδεινώνεται χωρίς μια τέτοια θεραπεία...“
΄Αρθρο 8 (περίπτωση κινδύνου): Αν σε μια περίπτωση κινδύνου δεν μπορεί να παρθεί η απαιτούμενη συγκατάθεση, τότε μπορεί να εφαρμοστεί άμεσα κάθε ιατρικά αναγκαία επέμβαση για το καλό της υγείας του ενδιαφερόμενου προσώπου.
Σημεία που χρειάζονται ερμηνεία: Ποιος ορίζει τον βαθμό σοβαρότητας μιας πνευματικής-ψυχικής νόσου; Ποιος κρίνει ότι η κατάσταση της υγείας του ενδιαφερόμενου προσώπου επιδεινώνεται χωρίς την ενλόγω θεραπεία; Ποιος κρίνει ποιο είναι το συμφέρον της υγείας του ενδιαφερόμενου, όταν ο ίδιος εξαιρείται αυτομάτως από τη διαδικασία της συγκατάθεσής του με την αιτιολογία της πνευματικής/ψυχικής του νόσου; Ποιος ορίζει τον κίνδυνο;
΄Αρθρο 6: Προστασία προσώπων που είναι ανίκανα να δώσουν την συγκατάθεσή τους
„(1)... μια επέμβαση σε ένα πρόσωπο που είναι ανίκανο να δώσει την συγκατάθεσή του μπορεί να γίνει μόνο προς άμεσο συμφέρον του.
(2) Αν ένας ενήλικας είναι εξαιτίας της νοητικής του αναπηρίας, μιας ασθένειας ή άλλων παρόμοιων λόγων σύμφωνα με τον νόμο ανίκανος να δώσει την συγκατάθεσή του, τότε επιτρέπεται να γίνει η εν λόγω επέμβαση μόνο με συγκατάθεση του νομικού του αντιπροσώπου, μιας νομικά προβλεπόμενης υπηρεσίας ή μιας νομικά προβλεπόμενης επιτροπής.“
΄Αρθρο 17: Προστασία προσώπων που είναι ανίκανα να δώσουν την συγκατάθεσή τους:
(1) Ερευνα σε ένα πρόσωπο, το οποίο δεν κατέχει την ικανότητα να δώσει την συγκατάθεσή του, που απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο 5, μπορεί να εφαρμοστεί μόνο στην περίπτωση που καλύπτονται όλες οι κάτωθι προυποθέσεις.
ι) - αν δεν υπάρχει μια εναλλακτική λύση από την άμεση έρευνα σε ανθρώπους, η οποία να έχει παρόμοια αποτελεσματικότητα
- αν οι κίνδυνοι που θα μπορούσαν να προκύψουν για το ενδιαφερόμενο άτομο δεν είναι μεγαλύτεροι από τα πιθανά οφέλη της έρευνας
- αν το αντικείμενο της έρευνας εγκρίθηκε από αρμόδια επιτροπή, αφού διεξήχθη μια ανεξάρτητη εξέταση της επιστημονικής αξίας, της σημασίας του ερευνητικού στόχου και της ηθικής αποδοχής του αντικειμένου αυτού
- αν τα πρόσωπα, στα οποία γίνεται η έρευνα, έχουν ενημερωθεί για τα δικαιώματά τους καθώς και για τα νομικά προβλεπόμενα μέτρα προστασίας τους.
ιι) αν τα αποτελέσματα της έρευνας έχουν πιθανόν άμεση χρησιμότητα για την υγεία του ενδιαφερόμενου προσώπου.
ιιι) Αν δεν μπορεί να εφαρμοστεί μια έρευνα με συγκρίσιμη αποτελεσματικότητα σε άτομα που είναι ικανά να δώσουν την συγκατάθεσή τους
ιν) Αν η σύμφωνα με το άρθρο 6 απαιτούμενη συγκατάθεση έχει δοθεί ειδικά και σε γραπτή μορφή
ν) Αν ο ενδιαφερόμενος δεν εκφράσει διαφωνία.
2) Κατ’ εξαίρεσιν μπορεί να επιτραπεί η έρευνα ακόμα και αν δεν οφελεί άμεσα το ενδιαφερόμενο πρόσωπο, αν πληρούνται οι επόμενες επιπλέον προυποθέσεις
ι) Αν η έρευνα έχει ως στόχο της, μέσω μιας σαφούς βελτίωσης της επιστημονικής γνώσης για την κατάσταση, την νόσο ή τη διαταραχή του ενδιφερόμενου προσώπου, να συμβάλει στην εξαγωγή αποτελεσμάτων, που είναι κατάλληλα να βοηθήσουν/ωφελήσουν τον ενδιαφερόμενο ή άλλα πρόσωπα, που βρίσκονται στην ίδια ηλικία με αυτόν ή υποφέρουν από την ίδια νόσο ή διαταραχή ή βρίσκονται στην ίδια κατάσταση μ’ αυτόν.
ιι) Αν η έρευνα εγκυμονεί ελάχιστους κινδύνους και συνδέεται με ελάχιστη επιβάρυνση του ενδιαφερόμενου προσώπου.
Κατά βάση είναι - τόσο επεμβάσεις που συνδέονται με την κατάσταση της υγείας του άμεσα ενδιαφερόμενου προσώπου, όσο και απλή έρευνα σε πρόσωπα ανίκανα να δώσουν την συγκατάθεσή τους - σχεδόν πάντα επιτρεπόμενες και μάλιστα χωρίς να προσφέρουν άμεσες ωφέλειες στο εν λόγω πρόσωπο. Λεγόμενοι „περιορισμοί“ βασίζονται σε υποκειμενικές εκτιμήσεις ή ερμηνείες αρμοδίων προσώπων ή φορέων, οι οποίοι δεν μπορούν σε καμιά περίπτωση να εγγυηθούν Μονοσημαντότητα ή Αντικειμενικότητα.
- Επέμβαση στο γενετικό σύστημα του ανθρώπου είναι από άποψη αρχής επιτρεπόμενη, αρχικά „για προληπτικούς, διαγνωστικούς ή θεραπευτικούς σκοπούς και μόνο όταν δεν αποσκοπεί στην εισαγωγή μιας ειδικής μεταβολής του γενετικού κώδικα στους απογόνους“ (άρθρο 13)
- ΄Ερευνα στα έμβρυα: Ενώ στο σχέδιο του 1994 επιτρεπόταν η έρευνα σε έμβρυα ηλικίας μέχρι 14 ημερών, η ρύθμιση έχει στην σήμερα ισχύουσα σύμβαση ως εξής (άρθρο 18/1):
„...Στο βαθμό που το Δίκαιο επιτρέπει την έρευνα σε έμβρυα in vitro εξασφαλίζεται μ’ αυτόν τον τρόπο μια επαρκής προστασία του εμβρύου“. Ουσιαστικά δεν απαγορεύεται λοιπόν η έρευνα σε έμβρυα. „ Ηπαραγωγή ανθρώπινων εμβρύων για ερευνητικούς σκοπούς είναι όμως απαγορευμένη“ (άρθρο 18/2).
- Η απομάκρυνση οργάνων και ιστών από ζώντες δωρητές για μεταμοσχεύσεις στην περίπτωση προσώπων ανίκανων να δώσουν την συγκατάθεσή τους δεν επιτρέπεται καταρχήν (αρθρο 19, παρ. 1). Στην αμέσως επόμενη παράγραφο υπό την έννοια „Εξαιρέσεις“ - οι οποίες και πάλι δεν ορίζονται - αναιρείται όμως αυτή η απαγόρευση ριζικά. Ως πρώτη προυπόθεση μιας τέτοιας ενέργειας αναφέρεται ι) η μη διαθεσιμότητα ενός προσώπου που είναι ικανό να δώσει την συγκατάθεσή του και λίγο αργότερα (προυπ. ν) το ότι “ο ενλόγω δωρητής δεν εκφράζει αντίρρηση“.
Πέραν τούτου είναι επίσης δυνατή η χρήση ενός μέρους του σώματος για άλλους στόχους απ’ αυτούς που αρχικά προβλέπονταν, „ αν υπάρξει συμφωνία του δότη μετά από νομικά κατοχυρωμένη διαδικασια ενημέρωσης και συγκατάθεσης“ (άρθρο 22). Τα πρόσωπα που είναι ανίκανα να δώσουν την συγκατάθεσή τους υπόκεινται γι’ άλλη μια φορά τον ίδιο κίνδυνο εκμετάλλευσης όπως και στις άλλες περιπτώσεις.
Όλες αυτές οι ρυθμίσεις, που αναφέρονται στην σύμβαση ως „δικαιώματα και ρυθμίσεις προστασίας“ (άρθρο 26), μπορούν να υποστούν περαιτέρω περιορισμούς ή να χάσουν την ισχύ τους „...στο βαθμό που αυτό είναι αναγκαίο στα νομικά προβλεπόμενα πλαίσια μιας δημοκρατικής κοινωνικίας προς συμφέρον της δημόσιας ασφάλειας, για την πρόληψη του εγκλήματος, για την προστασία της δημόσιας υγείας ή για την προστασία των δικαίων και των ελευθεριών“. Μπορεί κανείς να κάνει διάφορες υποθέσεις τι σημασία μπορεί να έχει κάτι τέτοιο για ψυχικά πάσχοντες, νοητικά ανάπηρους ανθρώπους ή άλλες μειονότητες στον πληθυσμό.
Στα τελευταία άρθρα της σύμβασης (αρθρα 33/38) ρυθμίζεται η δυνατότητα των διαφόρων συμβαλλόμενων κρατών-μελών να εκφράσουν τις επιφυλάξεις τους και σε δεδομένη περίπτωση με μια πειστική αιτιολόγηση να απορρίψουν την σύμβαση συνολικά, καθώς και οι διαδικαστικές οδοί μέσω των οποίων μπορεί να τροποιηθεί η σημερινή σύμβαση. Προβλέπεται επίσης μια επανεξέταση της σύμφωνίας κάθε πέντε χρόνια, σύμφωνα με τις πρόσφατες εξελίξεις στις βιολογικές επιστήμες.
4. Κοινωνική κριτική, διαμαρτυρίες και ιστορικοκοινωνικές συνδέσεις
Το σχέδιο του 1994 δέχτηκε, εξαιτίας της δυνατότητας πειραμάτων σε ανάπηρους που νομικά κατοχύρωνε, πολύ ισχυρή κριτική στη Γερμανία από ενώσεις αναπήρων, κοινωνικούς φορείς και χριστιανικές και ιουδαικές εκκλησιαστικές κοινότητες, ενώσεις ειδικών, κυρίως από το χώρο της ψυχιατρικής (Γερμανική Εταιρία κοινωνικής ψυχιατρικής (DGSP), ομάδα εργασίας „Θύματα της αυθανασίας και της βίαιας στείρωσης“, πολιτικός φορέας Rheinland, ομάδα εργασίας για την ιστορική διερεύνηση της Ευθανασίας κ.α.), πρωτοβουλίες πολιτών, ενώσεις ενδιαφερομένων (ειδικά ο πανγερμανικός σύνδεσμος ατόμων με ψυχιατρική εμπειρία), και πολιτικούς εμπειρογνώμονες.
Σ’ αυτές τις διαμαρτυρίες τονίστηκαν και αναλύθηκαν έντονες λογικές και φιλοσοφικές ομοιότητες της σημερινής σύμβασης με την πρακτική της ευθανασίας και της βίαιης στείρωσης στον καιρό του τρίτου Ραιχ στην Ευρώπη και με παρόμοιες κινήσεις σ΄όλον τον υπόλοιπο κόσμο.Το δικαίωμα επέμβασης στον ανθρώπινο γενετικό κώδικα, ακόμα κι αν προς το παρόν επιτρέπεται μόνο για προληπτικούς λόγους, αποτελεί σύμφωνα μ’ αυτήν την κριτική μια ξεκάθαρη θέση πάνω στο θέμα της αξίας της ανθρώπινης ζωής καθαυτής, της αξίας της ανάπηρης ή δυνητικά ανάπηρης ζωής, και νομιμμοποιεί ανθρώπινες παρεμβάσεις στην φύση με ανέξελεγκτες συνέπειες. Η ευγονική παράνοια του τρίτου ράιχ και άλλες παρόμοιες κινήσεις στην ιστορία της ανθρώπότητας βρίσκουν μ’ αυτήν την σύμβαση την πολιτική και επιστημονική τους νομιμοποίηση.
Μέσω αυτής της κριτικής τέθηκε ο ρόλος της επιστήμης για μια ακόμα φορά ριζικά σε κοινωνικό έλεγχο και κρίθηκε μέσω καθημερινών παραδειγμάτων ελάχιστα πειστικός, κοινωνικά ύποπτος και ανάξιος της εμπιστοσύνης του πολίτη.
Ο αδιαφανής τρόπος με τον οποί το ευρωπαικό συμβούλιο κάλυψε την υπόθεση πριν την απροσδόκητη δημοσίευση του προσχεδίου της σύμβασης επανέφερε ζητήματα όπως η σταδιακή αποδυνάμωση των λεγόμενων δημοκρατικών θεσμών (εθνικών κοινοβουλίων) στα πλαίσια της ενωμένης Ευρώπης και πάλι στην επικαιρότητα.
Η Βιοηθική κριτικάρεται σ’ όλες αυτές τις διαμαρτυρίες ως η αυτονομιμοποίηση μιας ολοκληρωτικής ιατρικής. Στο παρακάτω απόσπασμα από την διακήρυξη του Grafeneck τον Μάρτιο του 1996 - σχετικά με τον αισιόδοξο χαρακτήρα του αντίστοιχου κειμένου της Ουνέσκο - φαίνεται ο χαρακτήρας που πήραν αυτές οι διαμαρτυρίες.
„...Μετά τις καταστροφές της σύγχρονης ατομικής φυσικής, μετά τη Χιροσίμα και το Τσέρνομπιλ, είναι αυτή η αισιοδοξία μια παραπλάνηση. Θεωρούμε επικiνδυνο το ότι το σύγχρονο σκεπτικό, με το οποίο πρέπει σήμερα οι Βιοεπιστήμες να επανεξεταστούν ηθικά, είναι η Βιοηθική. Διαπιστώνουμε με μεγάλη ανησυχία ότι η Βιοηθική δεν είναι όργανο προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά αντίθετα πλήττει σε ορισμένα σημεία καίρια τη βάση αυτών των δικαιωμάτων, περιφρονεί την ιστορική εμπειρία και υποτάσσει την προστασία του ατόμου σε αξιολογήσεις που υπακούν άλλους σκοπούς...Στεκόμαστε με μεγάλες επιφυλάξεις μπρος σε αναφορές της Βιοηθικής σε „Ευρύτερα συμφέροντα“, στο „καλό των ερχόμενων γενεών“ και σε οικονομικά σκεπτικά. Σ’ όλα αυτά βλέπουμε τον κίνδυνο επανάληψης της ιστορίας.
Γιγαντομανείς φαντασίες γύρω από την υγεία οδήγησαν στην περίοδο των Ναζί στην περιφρόνηση όχι μόνο των δικαιωμάτων, αλλά και της ζωής των επιμέρους ατόμων, με στόχο να θεραπευτεί το “λαικο σώμα“...
Απορρίπτουμε μετά τις ιστορικές εμπειρίες των πειραμάτων σε ανθρώπους στην εποχή των Ναζί και την αξιολόηγησή τους μετά το 1945 ριζικά μια ιατρική πρόοδο, που στηρίζεται σε πειράματα που πλήττουν τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Η ιατρική πρόοδος δεν οδήγησε στο παρελθόν από μόνη της στην βελτίωση της ποιότητας και του μέσου όρου ζωής των ανθρώπων. Η ιατρική περίθαλψη της πλειοψηφίας των ανθρώπων σήμερα στον κόσμο δεν ανταποκρίνεται σε καμιά περίπτωση στο επίπεδο προόδου της ιατρικής γνώσης. Γι’ αυτόν τον λόγο πρέπει η πρόοδος των βιοεπιστημών και της ιατρικής να κρίνεται πάντα με μέτρο την δίκαια κατανομή των ιατρικών αποθεμάτων στον κόσμο. Μια ανθρωπιστική πρόοδος των βιοεπιστημών και της βιοιατρικής είναι δυνατή μόνο στη βάση των αρχών της ελευθερίας, της ιστότιμης πρόσβασης στη γνώση και της μη διαπραγματευσιμότητας της αξιοπρέπειας και του δικαιώματος στη ζωή όλων των ανθρώπων...“.
Με την υπερψήφιση της σύμβασης Βιοηθικής του ευρωπαικού συμβουλίου τον Νοέμβριο του 1996 δείχνει να έκλεισε σε νομικό επίπεδο και η συζήτηση για την αξία και την ιεράρχηση των σημασιών γύρω από την ανθρώπινη ζωή. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, χωρίς να καταψηφίσει ανοιχτά τη σύμβαση, ήταν η μόνη χώρα που αρνήθηκε ωστόσο να καταθέσει ψήφο στην τελευταία αποφασιστική συνεδρία. Το έργο της ομάδας ειδικών, που διαμόρφωσαν το τελικό κείμενο της συμφωνίας έχει κανονιστικό/νομοθετικό χαρακτήρα για περίπου 320 εκατομμύρια πολίτες της Ευρώπης και πρόκειται μέσω της Ουνέσκο να επηρεάσει ολοφάνερα τα επόμενα χρόνια τους πολίτες όλου του κόσμου.
Τρίτη, 29 Απριλίου 2008
Η σύμβαση Βιοηθικής του Ευρωπαικού Συμβουλίου ή προτεραιότητα στην έρευνα και όχι στον άνθρωπο στα πλαίσια της ενωμένης Ευρώπης
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου